Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2021

Τα Πολύτιμα Κεραμικά Του Ίκαρου Της Ρόδου, Η Προέλευση Της Ιδέας

 



    Η ιστορία των κεραμικών του Ικάρου ζωντανεύει ξανά μέσα από μια μοναδική έκθεση που έλαβε χώρο στο τόπο που ξεκίνησαν όλα ,τη Ρόδο, με τα έργα να εκτίθενται στο παλάτι του Μέγα Μαγίστρου των Ιπποτών, που μπορεί πλέον κανείς να επισκευθεί και να  θαυμάσει μόνο ψηφιακά και τριασδιάστατα. Στην παρουσίασή αυτή η έκθεση εμπλουτίζεται με κεραμικά από τη συλλογή του Μουσείου Μπενάκη, της Εφορείας Αρχαιοτήτων Δωδεκανήσου και ιδιωτικές συλλογές. Ιδιαίτερης σημασίας είναι και η παρουσίαση από το Μουσείο Νεοελληνικής Τέχνης του Δήμου Ρόδου της περίφημης «συλλογής Παναγιώτη Ιωαννίδη», μίας από τις τρεις διάσημες συλλογές κεραμικών ιζνίκ της Ρόδου, η οποία αγοράστηκε το 1973 από το Δήμο Ροδίων.


https://my.matterport.com/show/?m=2me64e1r6bE&back=1





Η αφετηρία της δημιουργίας.


Η κεραμική Ίζνικ πήρε το όνομά της από την πόλη İznik της Μικρά Ασίας όπου κατασκευάστηκαν τα πρώτα σκεύη. Ένα διακοσμημένο κεραμικό η παραγωγή του οπόιου ξεκίνησε από το τελευταίο τέταρτο του 15ου αιώνα έως τα τέλη του 17ου αιώνα. 

Σκεύος Iznik

     Πρόκειται για αγγεία με χαρακτηριστικό τους τα φωτεινά χρώματα και τα ζωντανά σχέδια, τα οποία ήταν ιδιαίτερα δημοφιλή κατά την περίοδο παραγωγής τους, αλλά και αργότερα όπως αποδείχτηκε κατά τον 19ο αιώνα, οπότε και καθιερώνονται ως λαμπρά επιτεύγματα της κεραμεικής τέχνης.


Iznik, Tα χαρακτηρισμένα ως Rhodian, Μουσείο Μπενάκη


 Κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το İznik ήταν ο πυρήνας της παραγωγής απλών πήλινων κεραμικών με διακόσμηση κάτω από λούστρο, όταν κατά το τελευταίο τέταρτο του 15ου αιώνα, οι τεχνίτες στην πόλη άρχισαν να κατασκευάζουν κεραμικά υψηλής ποιότητας με σώμα fritware βαμμένο με μπλε κοβάλτιο περασμένο με ένα άχρωμο διαφανές υάλωμα. Τα μοτίβα συνδύαζαν παραδοσιακά οθωμανικά αραβικά σχέδια με κινεζικά στοιχεία.

 Ένας συνδυασμός λουλουδιών που συνήθως φύονται από κοινή ρίζα. Τουλίπες, χρυσάνθεμα, γαρύφαλλα, υάκινθοι, κυπαρίσσια είναι ορισμένα από τα πιο διαδεδομένα μοτίβα, που απεικονίζονται φυσιοκρατικά.


Σκεύος Iznik


    Στη διάρκεια του 16ου αιώνα η διακόσμηση της κεραμικής άλλαξε σταδιακά στο ύφος, έγινε πιο χαλαρή και πιο ρέουσα. Εισήχθησαν επιπλέον χρώματα. Αρχικά το τυρκουάζ συνδυάστηκε με τη σκοτεινή απόχρωση του μπλε κοβαλτίου και στη συνέχεια προστέθηκαν οι παστέλ αποχρώσεις του πράσινου του φασκόμηλου και του ανοιχτού μωβ. 


Iznik tile


    Από τα μέσα του αιώνα οι αγγειοπλάστες στο Ίζνικ παρήγαγαν μεγάλες ποσότητες πλακιδίων για να διακοσμήσουν τα αυτοκρατορικά κτίρια που σχεδίασε ο αρχιτέκτονας Μιμάρ Σινάν. Η εισαγωγή ενός πολύ χαρακτηριστικού κόκκινου χρώματος για την αντικατάσταση του μωβ και ενός φωτεινού σμαραγδένιου πράσινου για την αντικατάσταση του πράσινου φασκόμηλου συνδέεται με τη παραγωγή των συγκεκριμένων πλακιδίων.

Συλλογή Ιznik από την έκθεση στο παλάτι του Μέγα Μαγίστρου στη Ρόδο


     Από την τελευταία δεκαετία του αιώνα σημειώθηκε σημαντική επιδείνωση της ποιότητας και παρόλο που η παραγωγή συνεχίστηκε κατά τον 17ο αιώνα τα σχέδια δεν είχαν το ίδιο καλό αποτέλεσμα. 

    Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας ήταν ότι από τα μέσα του 16ου αιώνα εισήχθησαν στην Τουρκία αυξανόμενες ποσότητες κινεζικής πορσελάνης. Οι τεχνίτες του İznik απέτυχαν να ανταγωνιστούν τις εισαγωγές υψηλής ποιότητας και αντ 'αυτού παρήγαγαν κεραμικά με τραχιά ρουστίκ σχέδια. 

    Αν και οι κινεζικές εισαγωγές δεν ανταγωνίζονταν τα τοπικά παραγόμενα πλακάκια, δεν υπήρχε η ίδια ζήτηση καθώς τα νέα αυτοκρατορικά κτίρια ήταν ελάχιστα και επομένως η ζήτηση ήταν μικρή. Οι χαμηλές τιμές οδήγησαν σε πτώση του βιοτικού επιπέδου των αγγειοπλαστών.

  Τα πλακάκια εξήχθησαν στο Κάιρο όπου χρησιμοποιήθηκαν για να διακοσμήσουν το Τζαμί Aksunkur, το οποίο ανακαινίστηκε από τον Ιμπραήμ Αγά το 1651–52. Τα πλακάκια εξήχθησαν επίσης στην Ελλάδα, όπου το 1678 η Μονή της Μεγάλης Λαύρας στο Άγιον Όρος ήταν διακοσμημένη με πολύχρωμα πλακάκια χαραγμένα με ελληνικά γράμματα.

 Στα μέσα του 17ου αιώνα έμειναν μόνο λίγα κλίβανα. Η τελευταία χρονολογημένη κεραμική είναι πιάτα με ακατέργαστες ασιατικές ελληνικές επιγραφές από το 1678.


Σκεύος Ιznik


    Από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα έως τη δεκαετία του 1930 οι Ευρωπαίοι συλλέκτες μπερδεύτηκαν από τα διαφορετικά στυλ της κεραμικής του Ίζνικ και υπέθεσαν ότι προέρχονταν από διαφορετικά κέντρα παραγωγής κεραμικής. 

Σκεύος Ιznik


Τον 19ο αιώνα έως το 1860 όλα τα ισλαμικά κεραμικά ήταν συνήθως γνωστά ως «περσικά» είδη. Ωστόσο, μεταξύ του 1865 και του 1872, το Musée de Cluny στο Παρίσι απέκτησε μια συλλογή από κεραμικά πολυχρωματικών fritware. 

Σκεύος Ιznik με Ελληνικά γράμματα

    Καθώς όλα τα αντικείμενα της συλλογής είχαν ληφθεί στο νησί της Ρόδου θεωρήθηκε, λανθασμένα, ότι η κεραμική είχε κατασκευαστεί στο νησί και ο όρος «Rhodian» υιοθετήθηκε για αυτό το στυλ. Οι Ευρωπαίοι συλλέκτες αγόρασαν επίσης πολλά κομμάτια διακοσμημένα σε μπλε, τιρκουάζ, πράσινο του φασκόμηλου και ανοιχτό μοβ, τα οποία πιστεύεται ότι προέρχονται από την πόλη της Δαμασκού στη Συρία και έγιναν γνωστά ως «Δαμασκός». 



    Η δεκαετία του 1930 ήταν καταλυτική διότι τότε οι ιστορικοί τέχνης συνειδητοποίησαν πλήρως ότι τα διαφορετικά είδη κεραμικής πιθανότατα όλα παρήχθησαν στο Iznik.





Τα ελληνικά κεραμικά του 20ού αιώνα και η σχέση τους με την αισθητική των Ιζνίκ. 



    Από τις αρχές του 20ού αιώνα και ιδιαίτερα μετά το 1922 καταφεύγουν στην Ελλάδα αγγειοπλάστες από την Κιουτάχεια –πόλη όπου λειτουργούσαν από τον 16ο αιώνα, παράλληλα, αν και υπό τη σκιά των αντίστοιχων στο Ιζνίκ, εργαστήρια κεραμεικής τα οποία θα φτάσουν στην ακμή τους κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα.




     Το 1923 o Μικρασιάτης Μηνάς Πεσμαζόγλου ιδρύει στο Φάληρο τη βιομηχανία ΚΙΟΥΤΑΧΕΙΑ, όπου αξιοποιούνται οι γνώσεις και η εμπειρία των προσφύγων. Στην παραγωγή των εργαστηρίων συνεχίστηκε η παράδοση της Κιουτάχειας και στις δημιουργίες τους αναδεικνύεται το διακοσμητικό ρεπερτόριο των κεραμικών Ιζνίκ παράλληλα με την ελληνική θεματολογία. Οι Έλληνες της Μικράς Ασίας δραστηριοποιήθηκαν και στη βιομηχανία ΚΕΡΑΜΕΙΚΟΣ προσφέροντας ανανέωση στα θέματα της διακόσμησης. Η επιρροή των κεραμικών Ιζνίκ συνεχίζεται στην Ελλάδα έως και τη μεταπολεμική περίοδο με το εργαστήριο κεραμικών της Ρόδου, ICARO – ΙΚΑΡΟΣ, 1928-1988.




    Και φτάνουμε στο Δεκέμβριο του 1928. Ήταν τότε που η εταιρεία ICARO ιδρύθηκε από  Ιταλούς, στο πλαίσιο ενός φιλόδοξου σχεδίου για την εκβιομηχάνιση και την ανάπτυξη της Δωδεκανήσου. Σκοπός της ήταν η κατασκευή καλλιτεχνικών κεραμικών, και πιο συγκεκριμένα αντιγράφων των περιζήτητων κεραμικών Ιζνίκ, τα οποία υπήρχαν σε μεγάλες ποσότητες στα αρχοντικά της Λίνδου, σε βαθμό που μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα θεωρούνταν προϊόντα της ροδιακής κεραμικής τέχνης. 



Η παραγωγή κεραμικών της εταιρίας ICARO ακμάζει τη δεκαετία 1930-1940 και κατορθώνει να επιβιώσει την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.



    Με την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα και την αποχώρηση των Ιταλών, η εταιρία πωλείται στον ρόδιο επιχειρηματία Κωνσταντίνο Δ. Χατζηκωσταντή. Ο νέος ιδιοκτήτης εκμεταλλεύεται την αύξηση του τουρισμού και την ανάπτυξη του νησιού δημιουργώντας, υπό την επωνυμία ΙΚΑΡΟΣ, το δεύτερο μεγαλύτερο εργοστάσιο κεραμικών στην Ελλάδα μετά τον ΚΕΡΑΜΕΙΚΟ στην Αθήνα.




    Σε αυτή την ταραγμένη για τα Δωδεκάνησα περίοδο ο Ρόδιος επιχειρηματίας οραματίζεται την βελτίωση του μηχανικού εξοπλισμού και την ανάπτυξη της επιχείρησης. Με καλλιτεχνικό διευθυντή τον Σπύρο Οικονομίδη, οργανώνεται η διαδικασία παραγωγής και σχεδιάζονται νέα θέματα εμπνευσμένα από τα πιάτα της Λίνδου. Ολόκληρες οικογένειες και γενιές απασχολούνται στον Ίκαρο από τη δεκαετία του ’50.









    Στα 40 χρόνια της ελληνικής περιόδου που λειτούργησε το εργοστάσιο περίπου 400-500 Ρόδιοι, κυρίως νέα παιδιά, θα δουλέψουν στο σχέδιο, στο χρώμα, ή σε κάποια άλλη φάση της παραγωγικής διαδικασίας. Η παραγωγή καλλιτεχνικών κεραμικών γίνεται από τις βασικές δραστηριότητες στο νησί. Ο ΙΚΑΡΟΣ γίνεται σημείο αναφοράς στη συνείδηση των κατοίκων της Δωδεκανήσου, ενώ το εργοστάσιο θα λειτουργήσει μέχρι το τέλος της ζωής του Χατζηκωσταντή το 1987, οπότε και η εταιρία θα διακόψει οριστικά τη λειτουργία της (1988).

Η βιομηχανία καλλιτεχνικών κεραμικών αποτέλεσε έναν σημαντικό πυλώνα για την οικονομία της Ρόδου.




     Η ελληνική περίοδος του Ίκαρου γνωρίζει μεγάλη επιτυχία, ενώ η κλασική θεματολογία του εμπλουτίστηκε με νέα γεωμετρικά σχέδια πλοίων, λουλουδιών κ.ά. πάντα στο πλαίσιο του διακοσμητικού ρεπερτορίου του ιζνίκ. Με την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα κλείνει η ιταλική, αλλά ανοίγει η ελληνική αγορά.



  Οι κρουαζιέρες και η τουριστική ανάπτυξη απορροφούν ένα μεγάλο μέρος της παραγωγής του Ίκαρου. Όμως, η προσπάθεια εντατικοποίησης της παραγωγής είχε το ανάλογο τίμημα. Τα αντικείμενα στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και τις αρχές της δεκαετίας του ’80 υστερούσαν σημαντικά έναντι των πρώτων περιόδων του εργοστασίου, τεχνικά και αισθητικά.




Το περίπτερο της Ίκαρος στην έκθεση Θεσσαλονίκης το 1960 (αρχείο Ν.Μυλωνά)



     Η τεχνοτροπία που χρησιμοποιούσε ο Ίκαρος, σύμφωνα με τη περιγραφή της Φ.Κωνστάντη, ήταν η κλασική της Κιουτάχειας, δηλαδή της διακόσμησης υπό το υάλωμα. Η τεχνική αυτή χρησιμοποιεί επίσης την επίστρωση του ψημένου πηλού -μπισκότο - με αδιαφανές υάλωμα. Λέγοντας μπισκότο, εννοείται το πρώτο ψήσιμο του γυμνού πηλού.


    Μετά το ψήσιμο, το σκεύος βυθίζεται σε ένα αιώρημα αδιαφανούς οξειδίου( ψευδάργυρου ή αντιμωνίου) το οποίο στεγνώνει αμέσως, δηλαδή απορροφάται ακαριαία από την πορώδη μάζα του μπισκότου. Ζωγράφιζαν πάνω σε αυτό το στρώμα και αφού ολοκληρωνόταν η διακόσμηση ψέκαζαν το εφυάλωμα και έψηναν.





    
Στη Ρόδο, το 1969 λειτουργούσαν εκτός από τον Ίκαρο άλλα 11 αγγειοπλαστικά εργαστήρια που είχαν ιδρυθεί από πρώην τεχνίτες του. Τα πρώτα οικονομικά προβλήματα εμφανίζονται στη δεκαετία του ’70 και αναζητώντας λύση στο επερχόμενο οικονομικό αδιέξοδο ο Χατζηκωνσταντής διαπραγματεύτηκε με τον Δήμο Ρόδου την πώληση της επιχείρησης. Όμως, ένα τραγικό συμβάν, ο θάνατος του ίδιου και της συζύγου του σε αυτοκινητικό δυστύχημα στην επαρχιακή οδό Λίνδου-Ρόδου βάζει τέλος στη λειτουργία του μεγάλου αυτού εργοστασίου. Στις αρχές του 1988 ο Ίκαρος διακόπτει οριστικά τη λειτουργία του, ενώ πέντε χρόνια αργότερα κατεδαφίζονται οι εργοστασιακές εγκαταστάσεις με σκοπό την ανέγερση κατοικιών. Η εφημερίδα Ροδιακή με μια φράση, ανήγγειλε το τέλος μιας ολόκληρης εποχής για την οικονομία και την καλλιτεχνική ανάπτυξη του νησιού: «Ο Ίκαρος δεν υπάρχει πια…».












copyright Έλενα Παπάζη



Πηγές: 


Κεραμοποιείο Ίκαρος, Φαίδρα Χατζηκωνστάντη

«ICARO – ΙΚΑΡΟΣ Το Εργοστάσιο Κεραμικών της Ρόδου 1928-1988» Γιάννος Ιωαννίδης

Andro.gr [ https://www.andro.gr/empneusi/icaro-ekthesi/ ]

Η μαγεία των κεραμικών Ιζνικ Μουσείο Ισλαμικής Τέχνης 

ελculture.gr




Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2021

Η Ζωγράφος Των Aνθών της Ολλανδίας Rachel Ruysch

 


    Η μικρή Rachel γεννήθηκε στις 3 Ιουνίου του 1664 στη Χάγη. Μεγάλωσε περιτριγυρισμένη από συλλογές ανατομικών δειγμάτων του ανθρώπινου σώματος και όχι μόνο. Προετοιμασμένα προσεκτικά πτώματα σε φορμαλίνη ταριχευμένα και διατηρημένα με μεγάλη επιδεξιότητα και με ταξινομία. Τα μέρη του σώματος διατηρούνται σε φορμαλίνη. Σπάνια φυτά. Ο Designer του σκηνικού ήταν ο ανατόμος και βοτανολόγος πατέρας της ο Frederik Ruysch.



 Ο Frederik ήταν επιστήμονας που δίδασκε στους μελλοντικούς χειρουργούς τη λειτουργία του ανθρώπινου σώματος. Μετά τη δουλειά, κρυβόταν στο εργαστήριό του και ανέπτυσε νέες μεθόδους συντήρησης του ανθρώπινου ιστού. Συχνά σχεδίαζε τις δημιουργίες του. Κοντά του και η μικρή Rachel κάνοντας και η ίδια εξάσκηση στο σχέδιο.



The specimen jars of Frederik Ruysch

 Frederik Ruysch

Αυτό ήταν αναμφίβολα ένα εμπνευσμένο περιβάλλον για την κόρη του, τη Rachel , η οποία μπορούσε να ζωγραφίσει εξαιρετικά καλά από νεαρή ηλικία. Ο μεγάλος θείος και οι θείες της από τη μητέρα της ήταν επίσης ζωγράφοι. Οι γονείς της δεν μπορούσαν να αγνοήσουν το ταλέντο της και, το 1678, της επέτρεψαν σε ηλικία 14 ετών να αρχίσει να εκπαιδεύεται από δάσκαλο τέχνης.

 Ήταν πολύ ασυνήθιστο ότι οι καλλιτεχνικές φιλοδοξίες μιας κόρης αντιμετωπίστηκαν τόσο σοβαρά. Κόρες καλών οικογενειών ζωγράφισαν, αλλά κυρίως στο σπίτι ως χόμπι. Ωστόσο, η Rachel διδάχτηκε ζωγραφική με έναν από τους πιο φημισμένους ζωγράφους νεκρών, το Willem van Aelst ο οποίος είχε προϋπηρεσία ως ζωγράφος του Φερδινάνδου Β’ των Μεδίκων. 



    Εκεί, η Rachel έμαθε πώς να ζωγραφίζει «σκηνές sylvan»: συνθέσεις φυτών και θάμνων γεμάτων με ερπετά, έντομα, φρύνούς  που απαιτούν συνδυασμό τεχνικής ικανότητας και ορατότητα για ακριβή παρατήρηση. Όλα πρέπει να είναι αληθινά στη φύση, ακόμα και οι πιο μικρές λεπτομέρειες. Η Rachel είχε τη δυνατότητανα δουλεύει με τα καλύτερα πινέλα ή σφουγγάρια βυθισμένα στο χρώμα για να δώσει υφή σε βρύα και δέντρα.



    Επίσης εξειδικεύτηκε σε νεκρές φύσεις λουλουδιών. Η βοτανική συλλογή του πατέρα της την εξυπηρέτησε αρκετά στο να το επιτύχει. Είχε βρει έναν τρόπο συντήρησης των χρωμάτων στα λουλούδια χωρίς να τα στεγνώνει κι έτσι φαινόταν φρέσκα ​​και ζωντανά. 



    Οι πίνακες της παρουσιάζουν με γεναιοδωρία τις εκρήξεις του χρώματος και υφής εντυπωσιακά ενάντια στα νηφάλια και συνήθως σκοτεινά υπόβαθρα. Αυτές οι συνθέσεις συμβόλιζαν την τρομερή δύναμη της φύσης και της δημιουργίας.

Κατανοώντας το νόημα των εποχών σε κάθε φάση της ζωής του χρώματος των λουλουδιών, έγινε πολύ δημοφιλείς και το έργο της ήταν μεγάλο. 



    Σε ηλικία 30 ετών παντρεύτηκε τον ζωγράφο Jurriaan Pool, ένα ορφανό που όπως φάνηκε εξελίχθηκε περισσότερο από τις προσδοκίες του για να γίνει ζωγράφος πορτρέτων και αλληγοριών. Λίγο αργότερα, έκανε το πρώτο της παιδί,  άλλα 9 θα ακολουθούσαν. Οι περισσότερες γυναίκες της εποχής της και του υπόβαθρου της περιορίστηκαν στους ρόλους της γυναίκας και της μητέρας.


A Swag of Fruit and Flowers Suspended before a Stone Arch, 1681

   Όχι, όμως, η Rachel . Εκείνη γνώρισε πώς να συνδυάζει την καλλιέργεια της οικογένειας της και την τέχνη, αψηφώντας τις προσδοκίες της κοινωνίας, απλώς συνέχισε να ζωγραφίζει. Και με ολοένα αυξανόμενη φήμη. Το 1699, ήταν η πρώτη γυναίκα που έγινε μέλος της αδελφότητας των ζωγράφων Pictura στο Den Haag.



 Οι πρόθυμοι πελάτες αναγκάστηκαν να της παραγγέλνουν ακόμα νωρίτερα, ώστε να έχουν τα έργα το συντομότερο δυνατό στα χέρια τους. Το 1708, η Ruysch έγινε ζωγράφος του εκλέκτη του Παλατινάτου. Επειδή δεν ήθελε να μεταφέρει το νοικοκυριό της στο Ντίσελντορφ, ο εκλέκτης συμφώνησε ότι θα μπορούσε να παραμείνει στο Άμστερνταμ εάν του έδινε έναν πίνακα ζωγραφικής κάθε χρόνο. Οι αλληλεπιδράσεις της με τον εκλέκτη ήταν θετικές: έδωσε το όνομα του στο τελευταίο της παιδί, που γεννήθηκε όταν ήταν 47 ετών. Εκείνος και η σύζυγός του ήταν παππούδες και έδωσαν στο μωρό ένα χρυσό μενταγιόν.



     Ο σύζυγός της Jurriaan δεν ζήλευε που η καριέρα της Ρέιτσελ ξεπέρασε τη δική του. Λέγοντας με υπερηφάνεια στους Γερμανούς ότι η σύζυγός του ξεπέρασε όλους τους δασκάλους του παρελθόντος και του παρόντος με μεγάλη δεξιοτεχνία. Σε ένα οικογενειακό πορτρέτο του εαυτού του, της Rachel και του γιου τους, Τζαν Γουίλεμ, που έκανε ο Jurriaan το 1716, φαίνονται χαλαροί, ευημερούμενοι και χαρούμενοι μαζί. Η Rachel κάθεται περισσότερο στο φως. 



    Και αν όλη αυτή η ευτυχία δεν ήταν αρκετή, το 1723 κέρδισαν ένα τεράστιο χρηματικό ποσό στην κρατική λαχειοφόρο αγορά. Μια επιτυχημένη καριέρα, πολλά χρήματα και συζυγική αρμονία, δυστυχώς, δεν προστάτευε τη Rachel από την ίδια μοίρα με τόσες πολλές μητέρες της εποχής της. Ζούσε τα περισσότερα από τα παιδιά της. Τρεις πέθαναν στην παιδική ηλικία, μία κόρη ως έφηβος και δύο γιοι στα είκοσί τους. Η κόρη της Μαρία Μαργαρίθα ήταν μόλις 35 ετών όταν πέθανε. Σύμφωνα με την αλληλογραφία της, ο γιος της Ισαάκ, ήταν μια διαρκής ανησυχία, «συνεχώς συμπεριφερόταν ανάρμοστα και ανεύθυνα απέναντι στους γονείς του». Οι ανησυχίες συνεχίστηκαν μέχρι το 1749. Η Rachel, χήρα μέχρι τα ογδόντα της, η οποία, σύμφωνα με τον ζωγράφο / βιογράφο Γιόχαν Βαν Γκολ, «δεν είχε ούτε την κρίση ούτε το πρόσωπο μιας γυναίκας αυτής της μεγάλης εποχής», συνέχισε να παράγει πολύτιμα και ακριβοπληρωμένα έργα τέχνης μέχρι το θάνατό της στις 12 Οκτώβριος 1750.