Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017

Δομήνικος Θεοτοκόπουλος



 

   Μία από τις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες της παγκόσμιας τέχνης. Ο καλλιτέχνης που ίσως έχουν γραφτεί τα περισσότερα βιβλία και οι σημαντικότερες μελέτες ιστορικών και τεχνοκριτών. Το φθινόπωρο του 1541 γεννήθηκε στο χωριό Φόδελε, στο Ηράκλειο της Ενετοκρατούμενης Κρήτης ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος. Επιφανής και συχνά ένδοξη στη Κωνσταντινούπολη,  η οικογένεια του είχε εγκαταλείψει τη πατρίδα της διωγμένη από τους Τούρκους κατακτητές. Ένας κλάδος των Θεοτόκηδων ή Θεοτοκόπουλων είχε καταφύγει στη Κέρκυρα υπό το Νικόλαο Θεοτόκη<< τον πρωτογεννήτορα των Θεοτόκηδων>>, όπως τον χαρακτήριζε παλαιό κερκυραϊκό χρονικό, ο οποίος μαζί με τους τέσσερις αδερφούς του, λυτρωθέντες από την αιχμαλωσία του Μωάμεθ, κατόρθωσε να βρει νέα πατρίδα στη Κέρκυρα, όπου επί πέντε έκτοτε αιώνες η οικογένεια αναδείχθηκε και έπαιξε συχνά σημαντικό ρόλο. Άλλοι Θεοτόκηδες, ακολουθώντας το μακρύ ρεύμα που έφερε τους πρόσφυγες στην υπό ενετική κατοχή Κρήτη, κατέφυγαν στο Ηράκλειο.



   Μέσα σε αυτή τη βυζαντινή παράδοση γεννήθηκε και έζησε τα πρώτα παιδικά του χρόνια ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος. Οι υπερήφανοι Αρχάγγελοι με τα τεράστια φτερά, τις στρατιωτικές βυζαντινές στολές και την αυστηρή ιερατική στάση, η πλατυτέρα των ουρανών με τη μελαγχολική φυσιογνωμία και τους μεγάλους στοχαστικούς οφθαλμούς, και οι άλλοι βυζαντινοί άγιοι των τοιχογραφιών και των φορητών εικόνων της μικρής εκκλησίας του Φόδελε, αποτέλεσαν το πρώτο θρησκευτικό και καλλιτεχνικό, συγχρόνως, περιβάλλον που του δημιούργησαν τις πρώτες ανεξίτηλες εντυπώσεις στη παιδική ψυχή του.
 
Λίγο αργότερα όταν το μικρό αρχοντόπουλο του Φόδελε μεγάλωσε κάπως, οι καλόγεροι του γειτονικού μοναστηριού του Αγίου Παντελεήμονα, μοναστήρι που εκείνη τη εποχή βρισκόταν σε πραγματική ακμή, δέχονταν ευχαρίστως το μικρό Δομήνικο και του παρείχαν τα πρώτα γράμματα και ίσως και καλλιτεχνικά μαθήματα. Δεν είναι απίθανο οι ίδιοι να οδήγησαν το Δομήνικο στις πρώτες καλλιτεχνικές του απόπειρες, να του έδειξαν τις πρώτες αρχές της βυζαντινής ζωγραφικής και να στερέωσαν στη ψυχή του βαθύτατα ριζωμένες καλλιτεχνικές κατευθύνσεις.



   Δεκαπέντε ή δεκαέξι ετών, ο Θεοτοκόπουλος στάλθηκε από τους γονείς του στο Ηράκλειο, όπου βρισκόταν τότε σε εξαιρετική ακμή το σιναίτικο μετόχι της Αγίας Αικατερίνης. Οι καλόγεροι του μοναστηριού αυτού ίδρυαν τότε μια γραμματική και καλλιτεχνική σχολή, η οποία επρόκειτο κατά τις επόμενες δεκαετίες να αποβεί περίφημη για την εθνική και θρησκευτική της δράση. Διδάσκαλοι οι οποίοι είχαν συμπληρώσει τις σπουδές τους στα πανεπιστήμια της Ιταλίας, διακριθέντες εκεί για τις γνώσεις τους και συνδεόμενοι με μεγάλους σοφούς της Δύσης, όπως π.χ. ο Ιάκωβος Μορζήνος, έδωσαν στον Δομήνικο τις πρώτες βάσεις της ευρύτατης εκείνης κλασικής και πνευματικής μόρφωσης.
 
   Μερικοί γνωστοί που βρέθηκαν εκείνη την εποχή κοντά στο Δομήνικο Θεοτοκόπουλο και ανέδειξαν την κρητική σχολή της βυζαντινής τέχνης, ήταν ο Ιερεμίας Παλλάδας, ο Άγγελος Ακοτάντος, ο Μιχαήλ Δαμασκηνός, ο Λαμπάρδος, ο Κλοντζάς και πολλοί άλλοι καλλιτέχνες.




Η ανήσυχη όμως ιδιοσυγκρασία του νέου ζωγράφου, η βαθιά συναίσθηση του εξαιρετικού του ταλέντου και η απεριόριστη φιλοδοξία του δεν άφησαν το Δομήνικο να μείνει ικανοποιημένος ούτε από τις σπουδές του στη Κρήτη, ούτε από την αυστηρά θρησκευτική τέχνη που είχε αποκτήσει ήδη όλα τα μυστικά της. Ήθελε να γνωρίσει τη λαμπρή τέχνη της ιταλικής Αναγέννησης.
 
Έφυγε έτσι γύρω στο 1560 για την Ιταλία , όχι όμως ως απλός μαθητευόμενος όπως τον δείχνουν οι μελετητές άλλα ως ένα πλήρως καταρτισμένος ζωγράφος της βυζαντινής τεχνης.
 
 
 


   Μέσα στο λαμπρό ενετικό περιβάλλον, ο νεαρός Δομήνικος, είχε καταληφθεί από το πόθο να απαλλαχθεί τελείως από τους δεσμούς της βυζαντινής του τέχνης διότι θεωρούσε πως οι κανόνες και η πειθαρχία της θα αποτελούσε εμπόδιο στη πραγματοποίηση των μεγάλων του φιλοδοξιών.
   Η νέα ιταλική τέχνη ασκούσε ακατανίκητο γόητρο στην ανήσυχη ψυχή του νεαρού ζωγράφου. Οι λεπτολόγοι τεχνίτες της σχολής του Μπασσάνο , οι οποίοι αντέγραφαν με εξαιρετική ικανότητα τη φύση, εισάγοντας στους πίνακες τους χίλιες δυο λεπτομέρειες, δε θα ανέχονταν ποτέ την αυστηρή πνευματικότητα της κρητικής σχολής. Επηρεασμένος έτσι από τη λεπτολογία των τεχνιτών αυτών εισάγει τις πρώτες του λεπτομερής συνθέσεις.
 
   Πολύ γρήγορα όμως, οι διδάσκαλοι αυτοί κοντά στους οποίους μαθήτευσε ο Δομήνικος  έπαψαν να ικανοποιούν τη πνευματική ανωτερότητα που τον χαρακτήριζε. Ο θαυμασμός του στράφηκε προς τον Τιτσιάνο τον μεγαλύτερο ευεργέτης της αναγεννησιακής τέχνης. Έπειτα από πολλές προσπάθειες ο νεαρός ζωγράφος κατάφερε να εισαχθεί ως μαθητευόμενος στο περίφημο εργαστήριο του Βίρι Γκράντε, όπου δεν άργησε να γίνει κάτοχος των μυστικών με τα οποία ο γέρων θαυματουργός επιτύγχανε τις τολμηρές του προοπτικές, τη νεανική εκείνη κι σφύζουσα από ζωή σάρκα.

Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος απέδωσε καλύτερα απ όλους την ανθρώπινη μεταφυσική αγωνία.
 
   Λίγο αργότερα ο Θεοτοκόπουλος, ο οποίος είχε ήδη αρχίσει να αποκαλείται ελ Γκρέκο και δεχόταν με περηφάνεια το επώνυμο αυτό, αισθάνθηκε ιδιαίτερο θαυμασμό για το ζωγράφο Ανδρέα Μέλντολλα, τον επιλεγόμενο Σκιαβόνε, αλλά και αυτή η επίδραση διήρκησε λίγο χρονικό διάστημα.
   Ο Θεοτοκόπουλος αναζητούσε παντού τις νέες εμπνεύσεις και τις νέες κατευθύνσεις που θα επέτρεπαν στο αναμφισβήτητο ταλέντο του να αναδειχθεί. Και όμως κανείς από αυτούς τους μεγάλους δασκάλους δεν ικανοποίησε το ζωγράφο διότι κανείς και καμία τεχνοτροπία δεν ανταποκρίνονταν στη ψυχοσύνθεση του και στις καλλιτεχνικές προδιαθέσεις που είχε δημιουργήσει ασυναίσθητα στο βάθος της ψυχής του η κληρονομικότητα και οι πρώτες ανεξίτηλες εντυπώσεις της νεότητας του.
 
Ο Θεοτοκόπουλος ήταν Χριστιανός Ορθόδοξος. Ωστόσο, όταν έφτασε στην Ιταλία για να μπορέσει να εργαστεί χωρίς να τον ενοχλεί η Ιερά Εξέταση, ασπάστηκε τον Καθολικισμό.
 

   Κατά τη παραμονή του στη Ρώμη καταβαλλόταν από τις ίδιες καλλιτεχνικές ανησυχίες, που αποδεικνύονται με τρία γνωστά εγγεγραμμένα γεγονότα. Το πρώτο επεισόδιο είναι εκείνο που αποκαλύπτει μια επιστολή του Κλόβιο, αφηγούμενο πως βρήκε μια ωραία μέρα τον Κρήτα ζωγράφο φίλο του ακίνητο στο κατάκλειστο δωμάτιο του, αρνούμενο να αντικρύσει το φως του ήλιου, διότι αναζητούσε το δικό του εσωτερικό φως.

  Ο Πάμπλο Πικάσο τον θεωρούσε «πατέρα». Για τον Βελάσκεθ ήταν ο εμπνευστής του.Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, ο Ελ Γκρέκο για Ιταλούς και Ισπανούς, που δεν μπορούσαν να προφέρουν το όνομά του, κατάφερε να συνδυάσει με επιτυχία πολλές τεχνοτροπίες στη ζωγραφική.
 χωρίς να ξεχάσει ποτέ την κρητική του καταγωγή, πάντα υπέγραφε τους πίνακες του στα ελληνικά με βυζαντινούς χαρακτήρες: «Δομήνικος Θεοτοκόπουλος ο Κρης εποίει».

 

   Το δεύτερο επεισόδιο είναι εκείνο που αφηγείται ο σύμβουλος του πάπα Ουρβάνου του Ζ' Ιούλιος Μαντσίνι, το επεισόδιο της τολμηρής εκείνης βεβαίωσης του Θεοτοκόπουλου, την οποία οι σύγχρονοι του έκριναν ως ιεροσυλία, κατά την οποία ισχυριζόταν πως αν κατέστρεφαν όλες τις τοιχογραφίες του Μιχαήλ Άγγελου στη Καπέλλα Σιξτίνα του Αγίου Πέτρου, ο ίδιος ήταν σε θέση να τις αντικαταστήσει με έργα ευλαβέστερα που δε θα στερούνταν τη τέχνη. Το τρίτο επεισόδιο είναι το αποτέλεσμα του δεύτερου, η αποξένωση δηλαδή μετά τη δήλωση αυτή, εναντίον του αγαπημένου τους καλλιτέχνη, όπου προκάλεσε πολλές αντιδράσεις και σταδιακά ο Θεοτοκόπουλος αποκλείστηκε από αρκετούς καλλιτεχνικούς κύκλους.




 
   Ο Θεοτοκόπουλος έμεινε στην Ρώμη για επτά χρόνια και κατά τη διαμονή του εκεί, είχε διεύρυνει τον καλλιτεχνικό του κύκλο, γνωρίζοντας πολλούς διανοούμενους και ζωγράφους της εποχής.Η αρνητική δήλωση του Θεοτοκόπουλου για την «Καπέλα Σιξτίνα» ήταν ο λόγος που εγκατέλειψε την αιώνια πόλη.
 






 
 
   Το 1575 ξέσπασε επιδημία πανώλης στη Ρώμη και λίγο αργότερα στη Βενετία. Πολλοί είδαν τον Θεοτοκόπουλο και άλλους μη Ιταλούς ζωγράφους ως εξιλαστήριο θύμα και το κλίμα έγινε αφόρητο γι αυτούς. Ο Ελ Γκρέκο έχοντας γνωρίσει αρκετούς Ισπανούς ζωγράφους, βρήκε καταφύγιο στην Μαδρίτη.
 


   Το 1577 μαζί με αρκετούς ακόμη καλλιτέχνες, ο Γκρέκο κατέφθασε στην Μαδρίτη.
Ξεκίνησε να εργάζεται στην διακόσμηση του βασιλικού Μοναστηριού Εσκοριάλ, που ήταν η κατοικία του Βασιλιά Φιλίππου Β’ της Ισπανίας.
Ο τρόπος ζωγραφικής βέβαια δεν ενθουσίασε τον Φίλιππο Β’ με αποτέλεσμα να παραγκωνίσει τον Θεοτοκόπουλο.
    Πικραμένος ο Ελ Γκρέκο ένα χρόνο αργότερα ταξίδεψε στο Τολέδο.
 
 
 
 
   Ο Θεοτοκόπουλος έμεινε στο Τολέδο 37 χρόνια, μέχρι τον θάνατό του.Το έργο του στην ισπανική πόλη έφτασε στο αποκορύφωμά του. Ο Θεοτοκόπουλος φιλοτέχνησε θαυμαστά έργα, εμπνευσμένα από θρησκευτικά μοτίβα. Με μοναδικό τρόπο συνδύασε τη βυζαντινή ζωγραφική με τον ισπανικό μανιερισμό.
 
 
   Έχοντας γνωρίσει αρκετούς μοναχούς και δεδομένου ότι εκείνη την εποχή το Τολέδο άτυπα αποτελούσε το θρησκευτικό κέντρο της χώρας, ο Γκρέκο δέχτηκε αρκετές παραγγελίες, ώστε να φιλοτεχνήσει με τα έργα του κυρίως εκκλησίες και ιδρύματα της πόλης. Ο ναός του Αγίου Δομίνικου φιλοξένησε πολλούς πίνακές τους, όπως και το Εσκοριάλ και η μητρόπολη του Τολέδου.



   Μέσα σε είκοσι χρόνια είχε ζωγραφίσει πολλά και μεγάλα έργα, όπως η «Ανάληψη της Θεοτόκου», «Η Αγία Τριάδα», «Η Ανάσταση του Σωτήρος» κλπ. Ο βασιλιάς Φίλιππος, αναγνωρίζοντας τελικά την αξία του Θεοτοκόπουλου, χρηματοδότησε πολλά έργα του δημιουργού, με κυριότερο «Το μαρτύριο του Αγίου Μαυρικίου και της θηβαϊκής λεγεώνας».

 

   Το 1578  γεννήθηκε ο γιος του Χόρχε Μανουέλ (Jorge Manuel), καρπός του έρωτα του ζωγράφου με τη δόνα Χερόνιμα ντε λας Κουέβας (Jeronima de lasCuevas). Το ζευγάρι έμεινε μαζί, αλλά δεν παντρεύτηκε ποτέ. Ο Χόρχε ακολούθησε τα βήματα του πατέρα του και τα τελευταία χρόνια της ζωής του Θεοτοκόπουλου εργάστηκαν μαζί.
 
Ο Θεοτοκόπουλος υπήρξε ο πρώτος καλλιτέχνης που εξαιρέθηκε από τη φορολογία στην Ισπανία.
Το 1606 αρνήθηκε να πληρώσει φόρους, επειδή θεωρούσε πως ο ζωγράφος είναι ελεύθερο επάγγελμα.
 
 
 
   Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος πέθανε στις 7 Απριλίου του 1614 σε ηλικία 73 ετών. Αν και ήθελε να γυρίσει στην γενέτειρα του, τάφηκε στην εκκλησία Σάντο Ντομίνγκο ντε Αντίκγουο στο Τολέδο, στον οικογενειακό τάφο όπου είχε ζωγραφίσει το έργο «Προσκύνηση των Μάγων».
 
 
 
   Υφολογικά, η τεχνοτροπία του Ελ Γκρέκο θεωρείται έκφραση της Βενετικής Σχολής και του μανιερισμού όπως αυτός διαμορφώθηκε στο δεύτερο μισό του 16ου αιώνα. Παράλληλα χαρακτηρίζεται από προσωπικά στοιχεία, προϊόντα της τάσης του για πρωτοτυπία, τα οποία όμως δεν βρήκαν μιμητές στην εποχή του, γεγονός που δεν ευνόησε και τη συνέχειά τους.
 

   Η μπαρόκ τεχνοτροπία που εκτόπισε τον μανιερισμό, αλλά και τα αμέσως μεταγενέστερα καλλιτεχνικά ρεύματα που δεν αντιμετώπισαν ευμενώς το ύφος του, είχαν ως αποτέλεσμα να αγνοηθεί το έργο του Γκρέκο τους επόμενους αιώνες.
Το κύριο σώμα του έργου του στην Ιταλία και στην Ισπανία.
 




   Στη διάρκεια του 20ού αιώνα, αναγνωρίστηκε ως πρόδρομος της μοντέρνας τέχνης που αξιοποίησε στοιχεία της Ανατολικής και Δυτικής παράδοσης, και το έργο του επανεκτιμήθηκε, διατηρώντας μέχρι σήμερα δεσπόζουσα θέση ανάμεσα στους μείζονες ζωγράφους όλων των εποχών.








 
 
.