Ο Ανδρέας Κάλβος Ιωαννίδης , ήταν ποιητής και ευρυμαθής λόγιος, γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1792. Πέθανε το 1867 στο Λονδίνο.
Γεννημένος στη Ζάκυνθο -το νησί των ποιητών- ο Ανδρέας Κάλβος, γιος του Ιωάννη (Τζανέτου) Κάλβου, κατώτερου αξιωματικού του ενετικού στρατού, από το Μαντούκι της Κέρκυρας, κρητικής καταγωγής, και της ζακυνθινής Ανδριανής Ρουκάνη, σύγχρονος του συντοπίτη του Διονυσίου Σολωμού.
Σε ηλικία 13 ετών είδε την οικογένεια του να διαλύεται. Η μητέρα του σύναπτε νέο γάμο, αφήνοντας απροστάτευτα δυο παιδιά, τον Ανδρέα και τον Νικόλαο. Ο Ανδρέας ακολούθησε τον πατέρα και τον αδερφό του όπου είχαν εγκατασταθεί σε συγγενείς στο Λιβόρνο. Ο Ανδρέας μετέβει στη Φλωρεντία ώστε να συμπληρώσει τις σπουδές του, χάρη στη καλή τύχη του να συνδεθεί με τον ένδοξο Ζακύνθιο ποιητή Ούγο Φώσκολο. Ο Φώσκολος βοήθησε πολύ τον Ανδρέα παρέχοντας του στέγη και τροφή. Όταν ο Φώσκολος αποχώρησε από τη Φλωρεντία, ο Ανδρέας Κάλβος μετέβη στην Ελβετία και αργότερα στο Λονδίνο όπου φιλοξενήθηκε και πάλι από τον Φώσκολο.
Στο Λονδίνο ο Ανδρέας άρχισε να παραδίδει μαθήματα ελληνικής και ιταλικής γλώσσας και να συγγράφει διδακτικά βιβλία. Κατά τη περίοδο αυτή της ζωής του ο νεαρός ποιητής έγραψε δύο τραγωδίες στην ιταλική γλώσσα, τις " Δαναίδα" και " Θηραμένην", ενώ πριν από αυτές είχε γράψει και έναν ύμνο στον Ναπολέοντα που είχε θεωρηθεί τους πρώτους καιρούς της εξόρμησης του, ο ελευθερωτής των λαών. Οι δύο τραγωδίες δημοσιέυτηκαν, τα αντιτυπά του με τη πάροδο του χρόνου εξαφανίστηκαν. Κάποια χρόνια πριν, ο καθηγητής Λάζαρος Βελέλης, κατάφερε να βρει ένα αντίτυπο από τη "Δαναίδα", αργότερα βρέθηκαν και άλλα συγγράματα.
Στο Λονδινο ο Κάλβος παντρέυτηκε με μια αγγλίδα η οποία απεβίωσε πρώιμα, το 1821. Με την κυρηξη της Ελληνικής επανάστασης ο Κάλβος επέστρεψε στο Νάυπλιο ώστε να χρησιμοποιηθεί σε οποιαδήποτε υπηρεσία της πατρίδας. Μη χρησιμοποιηθείς ο Ζακίνθιος ποιητής κατέφυγε στο Παρίσι όπου εξυπηρέτησε την ελληνική υπόθεση δια των έργων του πνεύματος, δημοσιεύοντας την "Λύραν" συλλογή πατριωτικών ωδών (1824) και δευτερη συλλογή περιέχουσα επίσης ωδές σε ιδιότυπη στιχουργία και γλώσσα (1826) με τις δεύτερες ωδές να αφιερώνονται στον στρατηγό Λαφαγιέτ.
Το 1827 μετέβει στη Κέρκυρα, όπου απέτυχε να διορισθεί καθηγητής στην Ιόνιο Ακαδημία και αποφάσισε να ακολουθήσει το επάγγελμα του οικοδιδάσκαλου. Αργότερα ίδρυσε ιδιωτικό σχολείο. Μετά το θάνατο του Γκίλφορδ, άρχοντα της Ιονίου Ακαδημίας, ανέλαβε τη θέση ο Ανδρέας Μουστοξύδης και όρισε τον Ανδρέα Κάλβο στη διδαχή της φιλοσοφίας στο ίδρυμα. Μετά από λίγο ο Κάλβος παραιτήθηκε για να περιοριστεί στη θέση του συντάκτη της "Επισήμου Εφημερίδος". Συνέγραψε διάφορα έργα και μετέφρασε πολλές ξενόγλωσσες πραγματείες, είχε ήδη εγκαταλείψει οριστικά τη ποίηση.
Αναχώρισε και πάλι για το Λονδίνο, όπου σύναψε και δεύτερο γάμο. Μετά το θάνατο της δεύτερης συζύγου του ,πέθανε και ο ίδιος στο Λάουθ, στην κομητεία του Lincoln (Lincoln-shire) της ανατολικής Αγγλίας, την Τετάρτη 3 Νοεμβρίου του 1869, κηδεύτηκε τη Δευτέρα 8 Νοεμβρίου και θάφτηκε στο νεκροταφείο της Αγίας Μαργαρίτας. Ήταν εβδομήντα εφτά χρονών. Το πιστοποιητικό θανάτου του έγραφε: "Professor of Languages and Mathematics". Τον θάνατό του τον συνόδεψαν μερικές τυπικές καταχωρίσεις στον επαρχιακό αγγλικό τύπο, ενώ μία νεκρολογία του δημοσιεύτηκε στην κερκυραϊκή εφημερίδα "Ενότης" λίγες μέρες μετά, στις 27 Νοεμβρίου. Η νεκρολογία, που εμφανίστηκε κατόπιν μεταφρασμένη στην εφημερίδα The Lincolnshire Chronicle (4 Φεβρουαρίου 1870), ήταν άτιτλη και ανυπόγραφη, αλλά πιθανότατα προερχόταν από τον φίλο και ομοϊδεάτη του, τον φιλόσοφο και παλαιό καθηγητή της Ιονίου Ακαδημίας, Πέτρο Βράιλα Αρμένη (1813-1884), τότε πρεσβευτή της Ελλάδας στο Λονδίνο, ο οποίος και είχε παρευρεθεί στην κηδεία του.
Η νεκρολογία που δημοσιεύτηκε στην κερκυραϊκή εφημερίδα επικεντρωνόταν στον πατριωτισμό, στην πολιτική εντιμότητα και στη λογιοσύνη του και αφιέρωνε μόνο λίγα γενικά λόγια στο ελληνόγλωσσο ποιητικό του έργο -το μόνο γνωστό τότε-, υπερβάλλοντας μάλιστα ως προς την εκτίμηση και την αποδοχή της ποίησής του στην Ελλάδα.
Όταν, σχεδόν έναν αιώνα μετά τον θάνατό του, ο τάφος του Ανδρέα Κάλβου (1792 - 1869) ανοίχτηκε ώστε να μεταφερθούν τα οστά του από την Αγγλία στην Ελλάδα, δύο φωτογραφίες τραβήχτηκαν.
"Στη δεύτερη φωτογραφία η κάτω γνάθος χάσκει τραγικά. Φαίνεται το μεγάλο στόμα με τα στέρεα δόντια, τα τέσσερα (;) βγαλμένα δόντια, το κεφάλι γυρισμένο στα δεξιά, τα σάπια ρούχα, το χώμα μέσα στο στόμα, οι τριχοειδείς ρίζες των φυτών και των δέντρων που δεν ξέρεις αν είναι μαλλιά και που σχηματίζουν το τούλι του θανάτου στο προσκεφάλι του."
Εάν δεν ταυτοποιούνταν ποτέ η μορφή του ποιητή σε κάποιο πορτρέτο εποχής, η μοναδική της αξιόπιστη απεικόνιση θα παρέμενε η εικόνα του λείψανου που τόσο γλαφυρά περιγράφει ο Μάνος Ελευθερίου.
Τα πρώτα ποιητικά δοκίμια του Κάλβου πνέοντα ακραιφνή πατριωτισμό και υπό λαμπρής φαντασίας ζωογονούμενα μαρτυρούν πόσο ήθελε να διακριθεί στο δυσεπίβατο στάδιο της ποίησης, και τράβηξε τη προσοχή όχι μόνο των ομογενών αλλά και των αλλοδαπών.
Λυρική ορμή χαρακτηρίζει την ποίηση του Κάλβου σε πολλά σημεία του έργου του. Οι ανομοιοκατάληκτοι στίχοι του συνάπτονται σε στροφές. Η ποίηση του από νωρίς παραμερίσθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ, αποκαλύφθηκε η αξία του κατά το τέρμα του 19ου αιώνα χάρις στον Κωστή Παλαμά και τον Μ. Μητσάκη.
Στην άγνοια για τον Κάλβο προστέθηκε ο αντιδημοτικός αέρας, που φυσούσε επίμονα γύρω και στη ζωή και στο έργο του. Η αντιδημοτικότητα αυτή πήγαζε ίσα ίσα από τα επτάνησα. Ο Ιούλιος Τυπάλδος που έγραψε προς τον Δεβιάζη, δεν θέλησε να ακουστεί τίποτε για τον Κάλβο. Ο Πολυλάς δεν τον ανέφερε. Στην κληρονομιά των Σολωμικών η αντιπάθεια είχε παραδοθεί εκδηλωμένη ή σε σιωπή καταφρονητική ή σε λακωνική δογματική εχθροπάθεια.
Οι ήρωες που μνημονεύει περισσότερο ο Κάλβος είναι ο Μπότσαρης και ο Κανάρης.
Δεν υπάρχει γνωστή προσωπογραφία του Ανδρεα Κάλβου Ιωαννίδη. Δημιουργήθηκε, έτσι μια εικόνα γύρω από την προσωπικότητα και τον χαρακτήρα του που τον θέλει παράξενο και μοναχικό άνθρωπο. Οι περιγραφές του από όσους τον γνώρισαν είναι ως έχοντα ανάστημα 5 ποδιών, μάυρα μαλλιά, απογυμνωμένο μέτωπο, μαύρα φρύδια, λίγο χοντρή μύτη, καστανά μάτια, μέτριο στόμα, μαύρα γένεια, στρογγυλό πιγούνι, ωοειδές πρόσωπο και φυσική (λευκή) χροιά, έτσι όπως περιγράφετε και στο διαβατήριο του, το οποίο εκδόθηκε στις 24 Ιουνίου 1826 από το βρετανικό προξενείο της Μασσαλίας. Όπως ανέφερε ο Σπύρος Ασδράχας, ο Κάλβος "περνούσε τις ώρες του ως επί το πλείστον εν τη βιβλιοθήκη του συγγράφων και μελετών, με ιδιάζουσα προτίμηση προς το μέλαν χρώμα, ως αρμοζόμενον ίσως προς το μελαγχολικόν του χαρακτήρος του" σε τέτοιο βαθμό, ώστε να έχει" τη μανίαν δι αυτού να επιχρίη τα έπιπλα του ", ζώντα " μετά πολλής λιτότητος και περισσής αξιοπρέπειας".
Με βάση τις παραπάνω περιγραφές, αρκετοί αποπειράθηκαν να φιλοτεχνήσουν το πορτρέτο του Κάλβου. Από την απεικόνιση του Παναγιώτη Γράββαλου ο οποίος ειχε σημειώση πως ,αρχικά, η εκδοχή του βασιζόταν σε ιταλικό έντυπο της εποχής του ποιητή, 41 χρόνια μετά παρακινήθηκε ο συντάκτης ενός άρθρου, της εφημερίδας" Η Καθημερινή", να αναζητήσει το καλοκαίρι του 1984, στη Φλωρεντία, το έντυπο αυτό. Το έγγραφο όπως αποδείχτηκε, δεν υπήρχε, αλλά το ταξίδι αυτό στάθηκε αφορμή μια μακράς ενασχόλησης του με τον ποιητή. Η τύχη, ωστόσο, το έφερε λίγες μέρες μετά τη νέα επισκεψη του συντάκτη, στη πόλη των Μεδίκων, τα Χριστούγεννα που μας πέρασαν, να λάβει ηλεκτρονικό μηνυμα από συλλέκτη των Αθηνών, όπου ο τελευταίος του γνωστοποιούσε την ύπαρξη πορτρέτου νεαρού<< ανθρώπου των γραμμάτων>>, καμωμένου <<στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα>>, το οποίο στο πίσω μέρος του έφερε τη <<δυσανάγνωστη επιγραφή στα ιταλικά( πιθανόν γραμμένη με πέννα)>> , effigie del Sig. And.Calvo ( εικόνα του κ. Ανδ. Κάλβου), << και τίποτε άλλο που θα μπορούσε να βοηθήσει στην περαιτέρω ταυτοποίηση>>. Μάλιστα, ο αποστολέας του μηνύματος διευκρίνιζε πως << σε καμία περίπτωση δεν πίστευε πως η γραφή είναι από το χέρι του Κάλβου>> και συμπλήρωνε πως << το πορτραίτο αυτό το αγόρασε σε παλαιοπωλείο της Φλωρεντίας το 2008>>, είναι διαστάσεων 58×48 εκ., και ανυπόγραφο>> και πως παρακινήθηκε να το προμηθευτεί, επειδή το εικονιζόμενο πρόσωπο του θύμιζε έντονα την <<Επτανησιακή Σχολή>>.
Στο πορτραίτο, ο απεικονιζόμενος, που βρίσκεται σε νεαρή ηλικία, έχει ανοιγμένο εμπρός του χειρόγραφο κώδικα τον οποίο κρατα με το αριστερό του χέρι και στερεώνει με το δεξί τα φύλλα του, ενώ κοντά του βρίσκονται τόμοι βιβλίων. Ήδη απο τα νεανικά του χρόνια, όταν ο μεγάλος συμπατριώτης του Νικόλο Ούγκο Φόσκολο έγραφε για τον νεαρό Κάλβο, <<είναι εγκρατής και μετριόφρων, φιλόσοφος δ' εκ φύσεως και ούχι προς ματαίαν επίδειξιν σοφίας δανεισμένης εκ των βιβλίων">>.
Το ζωγραφικό στυλ, η ενδυμασία, η κόμμωση, η πόλη όπου βρέθηκε και αγοράστηκε ο πίνακας συνηγορούν στο να τοποθετηθεί η δημιουργία του πορτρέτου στον μνημονευθέντα χώρο και χρόνο. Τα χαρακτηριστικά και τα δεδομένα στοιχειωθετούν βάσιμα την υπόθεση ότι θα μπορούσε να έχει ανακαλυφθεί η μορφή του Ανδρέα Κάλβου.
Πηγές
Εγκυκλοπαίδεια Ήλιος
Εις θάνατον- εις τον ιερό Λόχον
Ανδρέας Κάλβος, Αλληλογραφία
Κάλβος Άπαντα, Λύρα- Ωδαί
Άρθρο του Γιώργου Ανδρειωμένου στην εφημερίδα "Η Καθημερινή", ένθετο τέχνες και γράμματα με ημερομηνία 16/03/25
Η εικόνα του πορτρέτου είναι από την δημοσίευση της εφημερίδας Η Καθημερινή στο αναλυτικό άρθρο, για την έρευνα και την εύρεση της εικόνας, του Γιώργου Ανδρειωμένου.