Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου 2021

Το υπνοδωμάτιο του Νικόλαου Γύζη, 1883,και του Van Gogh, 1888.

 

Υπνοδωμάτιο (Habichen), Σεπτέμβριος 1883. Mολύβι σε χαρτί.




   Οι ομοιότητες όπως βλέπουμε είναι πολλές με το Νικόλαο Γύζη να είναι εκείνος που σχεδιάζει πρώτος το υπνοδωμάτιο και τον Van Gogh να ακολούθει. Φαίνεται να ενέπνευσε στον ίδιο βαθμό τους δύο καλλιτέχνες. Σχεδιάζοντας τα υπνοδωμάτια τους απλά, λίτα αποτυπώνοντας τα όπως ακριβώς υπήρχαν στη πραγματική τους ζωή. 

   Ένα ξύλινο κρεβάτι με μια καρέκλα από το ίδιο υλικό, ένα τραπέζι, το παράθυρο ανοιχτό στο κεφαλάρι του κρεβατιού, φαίνεται πως ήταν η συνήθης διακόσμηση την δεκαετία του 1880 όπου ζούσαν και οι δύο καλλιτέχνες.

Yπνοδωμάτιο στην Αρλ. Van Gogh, 1888.



  Με αυτή τους την επιθυμία,να απεικονίσουν το πιο προσωπικό τους χώρο και να τον παρουσιάσουν στον έξω κόσμο, δείχνει την εξωστρέφια τους πάνω στην εικαστική τέχνη, κάτι που δε γνωρίζουμε αν ίσχυε και για το χαρακτήρα τους. Είναι όμως μια κίνηση προσφοράς  στον θεατή στο να του δείξουν πως μέσα από τον απλό τους κόσμο μπόρεσαν και κατάφεραν να ερεθίσουν τη φαντασία του και να τον κάνουν να αισθανθεί το μήνυμα που περιείχε κάθε πίνακας τους.



Σκίτσο από μια επιστολή στον Γκωγκέν, Van Gogh









Copyright Έλενα Παπάζη






Ένας πίνακας που δεν πρέπει να θαυμάσετε από κοντά, Κραυγή, Έντβαρτ Μουνκ.

 




  Ο διάσημος πίνακας «Η Κραυγή» του Έντβαρτ Μουνκ έρχεται στο προσκήνιο λόγω μελέτης επιστημόνων που υποστηρίζει πως θα πρέπει να θαυμάζεται από απόσταση.

   Μια διεθνής κοινοπραξία επιστημόνων που επιδιώκουν να εντοπίσουν την κύρια αιτία φθοράς του χρώματος στον καμβά, ανακάλυψε ότι ο Μουνκ χρησιμοποίησε μάλλον κατά λάθος ένα ακάθαρτο σωληνάριο από κίτρινο καδμίου που μπορεί να ξεθωριάσει και να ξεφλουδίσει από σχετικά χαμηλή υγρασία, ακόμα και από την αναπνοή των ανθρώπων που θαυμάζουν την «Κραυγή» από κοντά.

  Το αποτέλεσμα είναι ότι οι αρχικά φωτεινές κίτρινες πινελιές του πίνακα έχουν μετατραπεί σε υπόλευκο χρώμα στο ηλιοβασίλεμα και στην περιοχή του λαιμού της κεντρικής φιγούρας. Το παχύρρευστο αδιαφανές κίτρινο χρώμα στη λίμνη ξεφλουδίζει επίσης από τον καμβά, ο οποίος είχε κλαπεί το 2004 και ανακτήθηκε δύο χρόνια αργότερα.

   «Αποδείχθηκε ότι αντί να χρησιμοποιήσει καθαρό θειούχο κάδμιο όπως έπρεπε να είχε κάνει, προφανώς χρησιμοποίησε επίσης μια βρώμικη έκδοση, μια όχι πολύ καθαρή έκδοση που περιείχε χλωρίδια», δήλωσε ο καθηγητής Koen Janssens από το Πανεπιστήμιο της Αμβέρσας. «Δεν νομίζω ότι ήταν σκόπιμη χρήση - νομίζω ότι αγόρασε ένα όχι υψηλό επίπεδο βαφής. Το 1910 η χημική βιομηχανία που παράγει τις χημικές χρωστικές υπήρχε, αλλά δεν σημαίνει ότι είχε τον ποιοτικό έλεγχο του σήμερα».

  Επιστήμονες από το Βέλγιο, την Ιταλία, τις ΗΠΑ και τη Βραζιλία συμμετείχαν στην έρευνα. Αρχικά δοκίμασαν εάν η μείωση της έκθεσης του πίνακα σε φως μπορεί να είναι το κλειδί για την προστασία του από περαιτέρω φθορά. Αλλά, αποδείχθηκε ότι το φως δεν είναι πραγματικά πολύ επιβλαβές, οπότε δεν είχε νόημα να μειωθούν τα επίπεδα φωτός. «Πρέπει να ασχοληθούμε με την υγρασία στο μουσείο, ή να απομονώσουμε το κοινό από τον πίνακα, έτσι ώστε κανείς να μην αναπνέει στην επιφάνεια του πίνακα», δήλωσε ο Koen Janssens
 Πρόσθεσε: «Όταν οι άνθρωποι αναπνέουν παράγουν υγρασία, οπότε γενικά για πίνακες δεν είναι καλό να είναι πολύ κοντά στην αναπνοή όλων των περαστικών».

   Το Μουσείο στο Όσλο αναμένεται να μετακομίσει το έργο σε μια νέα τοποθεσία φέτος και τα ευρήματα των ερευνητών πρέπει να ενσωματωθούν στον τρόπο με τον οποίο θα εκτίθεται ο πίνακας στο μέλλον. Ο Janssens είπε: «Μπορούν να λάβουν κάθε είδους αποφάσεις σχετικά με το πώς θα προβάλουν και θα προστατεύσουν το έργο από οποιεσδήποτε περιβαλλοντικές συνθήκες και να γίνουν ρυθμίσεις για τη μείωση της σχετικής υγρασίας».

   Η ανακάλυψη της ευθραυστότητας του πίνακα έγινε μέσω απεικόνισης φωτισμού του καμβά για να δείξει πού συμπεριφερόταν το χρώμα διαφορετικά,  αλλά και ανάλυση μικροσκοπικών θραυσμάτων χρώματος στις πινελιές του Μουνκ και σε έναν αυθεντικό σωλήνα από χρώμα που χρησιμοποίησε. Ο Janssens είπε: «Όταν φωτίζετε τη ζωγραφική με υπεριώδες φως, αυτό που επιστρέφει είναι ένα είδος πορτοκαλί φωτός σε ορισμένα σημεία και εκεί είναι που το χρώμα δεν είναι σε τόσο καλή κατάσταση. Προσπαθήσαμε να καταλάβουμε γιατί. Αυτή η πορτοκαλί φωτεινότητα φαινόταν να σχετίζεται με τη φθορά».

   Οι επιστήμονες ελπίζουν ότι η αλλαγή των συνθηκών υπό τις οποίες εκτίθεται η «Κραυγή» θα επιβραδύνουν την υποβάθμιση, αλλά δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να γίνει για μια βλάβη που είναι ήδη ορατή στην κάτω αριστερή γωνία.















Η ιστορία ενός μαγικού πίνακα του Νικολάου Γύζη

 

«Το Καρναβάλι στην Αθήνα»: Η ιστορία ενός μαγικού πίνακα του Νικολάου Γύζη.


  Φως ζεστό, μαγικό, που ξεπηδά από εκεί που ο ζωγράφος επιλέγει και με τρόπο που μόνο εκείνος ήξερε να διαχειριστεί. Τα πρόσωπα γεμάτα ένταση. Η χαρά που αναβλύζει από τους χαρακτήρες του έργου, ανόθευτη. Η αίσθηση της ένωσης και του μοιράσματος με αφορμή μια παραδοσιακή γιορτή, δυνατή πολύ.

 Άνδρες και γυναίκες, καλικάντζαροι, νέοι και πιο ηλικιωμένοι, έπιπλα και σκεύη σκορπισμένα, μάσκες, ρούχα, ξάφνιασμα, λάγνα βλέμματα, ανάμεικτα συναισθήματα και διάθεση που παραπέμπουν σε γιορτή. Ή όπως ακριβώς το ονόμασε κι εκείνος, ένα «Καρναβάλι στην Αθήνα».

Θρήνος στο σπίτι του δασοφύλακα, 1880. Λάδι σε μουσαμά.

  Εδώ και χρόνια στην καρδιά της πόλης, στο Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών - Ίδρυμα Βούρου Ευταξία εκτίθεται ο εν λόγω σπουδαίος πίνακας του Νικολάου Γύζη (1842-1901).

  Η αντιπαράθεση του διονυσιακού και του απολλώνιου στοιχείου, η αναμέτρηση του φωτός και της σκιάς, της οικογενειακής ζωής και των εκστασιασμένων καρναβαλιστών ως ένα είδος δαιμόνων – όλα αυτά δημιουργούν ένα έργο εξαίσιο που ξεφεύγει από την παγίδα τού να αποτελεί ένα απλό, άκακο και αφελές βουκολικό ενσταντανέ.
 
Παιδικοί Αρραβώνες, 1877. Λάδι σε μουσαμά.

 «Πρόκειται για ελαιογραφία σε μουσαμά που ολοκληρώθηκε το 1892 μετά από τουλάχιστον μία δεκαετία πειραματισμών και έρευνας πάνω στην σύνθεση και την λειτουργία του φωτός στο έργο», αναφέρει ο διευθυντής του Μουσείου Στέφανος Καβαλλιεράκης.

  Στο εσωτερικό ενός φτωχικού σπιτιού, στα μέσα του 19ου αιώνα, μία οικογένεια καθισμένη γύρω από το τραπέζι, διασκεδάζει με το έθιμο των μασκαράδων όταν αυτοί εισβάλουν για να τρομάξουν τα παιδιά. Η σκηνή, λουσμένη σε ένα ζεστό φως που μπαίνει από το παράθυρο, ανακατεύεται με τη μυρωδιά του γαλακτομπούρεκου, τον καπνό απ' το τσιγάρο και τις αγκαλιές των παιδιών. Οι αισθήσεις και τα συναισθήματα κυριαρχούν σε αυτό το αριστουργηματικό έργο που αποτελεί αναμφίβολα ένα από τα καλύτερα του κορυφαίου».

Ο Ζαχαροπλάστης, 1898. Λάδι σε μουσαμά.


  Είναι κι αυτό ένα έργο της ωριμότητάς του ζωγράφου (που γεννήθηκε την 1η Μαρτίου 1842 στο Σκλαβοχώρι της Τήνου), που ξεκάθαρα υπογραμμίζουν τη νοσταλγία του για την πατρίδα.
  «Ο Γύζης, ένας από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες της λεγόμενης Σχολής του Μονάχου, μπορεί στο συγκεκριμένο έργο να δημιουργεί μια ρωπογραφία, αναπαριστώντας σκηνές μιας πεζής καθημερινότητας σε κάποιο χωριάτικο οικίσκο του 19ου αιώνα, πλην όμως μένοντας πιστός στην υψηλή ζωγραφική της Ιστορίας και των Μύθων, εντάσσει πλήθος συμβόλων και αλληγοριών στο έργο αυτό που εκτίθεται στο Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών», εξηγεί ο ζωγράφος Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος.

  Στο Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών εκτίθεται ο περίφημος πίνακας αλλά και μια ανέκδοτη επιστολή του στον φίλο του, Νικηφόρο Λύτρα, όπου του αποκαλύπτει ποιος και για πόσο τον αγόρασε.
  Αδερφικοί φίλοι (το καλοκαίρι του 1865, που ο Γύζης έφθασε στη Γερμανία για να σπουδάσει στη Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου), οι δυο κορυφαίοι εκπρόσωποι της Σχολής του Μονάχου συναντήθηκαν αμέσως, μοιράστηκαν ταξίδια, στιγμές, εμπειρίες και σχεδόν παράλληλες πορείες στην τέχνη τους.

  Σχεδόν τριάντα χρόνια μετά την πρώτη τους συνάντηση και εννέα χρόνια πριν από τον θάνατο του Γύζη, οι δύο Τηνιακοί ζωγράφοι αλληλογραφούν.

  Στη συγκεκριμένη επιστολή ο Γύζης (του απευθύνεται αποκαλώντας τον «Λύτρα μου») του εξομολογείται τη βαθιά του επιθυμία να επιστρέψει στην Ελλάδα (πόθο του που δεν συμμερίζονται οι γιατροί), του μιλά για την κόπωση και τα ιατρικά προβλήματα που έχουν κάμψει τις δυνάμεις του και, μεταξύ άλλων, του αποκαλύπτει πως το «Καρναβάλι» αγοράστηκε από την Κυβέρνηση της Βαυαρίας προς 12.000 μάρκα, ως δώρο για τη νέα Πινακοθήκη.



Στο Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών - Ίδρυμα Βούρου Ευταξία, εν τω μεταξύ, δεν εκτίθεται μόνο ο περίφημος πίνακας αλλά φυλάσσεται και μια σπάνια, ανέκδοτη επιστολή του Νικολάου Γύζη στον Νικηφόρο Λύτρα.

Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO



Ολόκληρη η επιστολή του Νικολάου Γύζη στον Νικηφόρο Λύτρα:

 

Μόναχον 25/6 Αυγούστου 1892

Αγαπητέ Λύτρα!

Με μεγάλην μου ευχαρίστησην έλαβα το γράμμα σου, και μάλιστα αφού μου δίδεις και παραγγελείαν.


Τας κορνίζας του Όθωνος και της Αμαλίας τας παρήγγηλα, και μάλιστα χθες επήγα επίτηδες εις την έκθεσιν, όστις εκεί εύρον ωραίον δείγμα, πράγματι, εύρον μιαν ωραίαν και ομοίαν ως αυτήν σχεδόν παρήγγηλα και τας ιδικάς σου, στέλνω δε ότι και ου εις το κατάστημα της Φιλεκπαιδευτικής θα μένετε ευχαριστημένος, αρέσει να σου ειπώ δε δια να γελάσεις ότι πρώτη φορά επήγα εις έκθεσιν, και έβλεπα μόνον τας κορνίζας.


Τούτο μόνον σε παρακαλώ ευθύς να μου γράψης εις ποίαν διεύθυνσιν να τας στείλω. Εις την ιδικήν σου, ή εις την της Εταιρίας θα τας λάβης δι όσον είναι δυνατόν το ογρηγορότερον τώρα που επέρασον όλες σχεδόν αι εκθέσεις, δεν έχουν οι κορνιζάδες δουλιαίς.


Με τα καλά πράγματα που ήκουσες δια εμέ είναι βεβαίως και πολλές ψευτιαίς ανακαλουμέναις η αλήθεια είναι ότι και το plakat της έκθεσης ήρεσε πάρα πολύ, και το Καρναβάλι επίσης αρέσει πολύ και ηγοράσθη παρά την εδώ Κυβέρνηση, δια την νέαν Πινακοθήκην, αντί 12.000 μάρκων, αυταί είναι αι αλήθειαι.


Λύτρα μου, είμαι πάρα πολύ κουρασμένος άνθρωπος, και είναι καθήκον μου επί τέλους να αναπαυθώ, είχα σχεδόν αποφασίσει να έρθω τώρα το θέρος εις την Ελλάδα σου, σας δω όλους εις την πατρίδα μου, δυστυχώς όμως έπαθα προ ολίγων εβδομάδων πάλιν εις τον οφθαλμόν μου μικρόν ερεθισμόν όστις μετά ολίγας ημέρας εθεραπεύθη εντελώς, αλλά μολοντούτο, ο ιατρός δεν με συμβουλεύει να έρθω τώρα εις ταις μεγάλαις ζέσταις και ταις σκόναις. Λέγει θα είναι προτιμότερον εδώ εις την εξοχήν να αναπαυθώ που είναι τα πάντα καταπράσινα. Ως εκ τούτο σήμερον αναχωρώ μεθ' όλης της οικογενείας μου ήτις σε χαιρετά, πλησίον της λίμνης Στάρενμπεργκ, εις εν πολύ ωραίον χωριουδάκι, και αφού επί ολίγας εβδομάδας αναπαυθώ θα δω εάν είναι καιρός να έλθω περί τον Σεπτέμβριον, ή να το αναβάλω δια την ερχόμενην άνοιξιν περί το Πάσχαν, θα ιδώ και θα σου γράψω. Μην το διαδίδεις όμως, διότι επιθυμώ να σας τρομάξω.


Σε παρακαλώ την εσώκλειστον απόδειξιν δώσε και πάλιν εις την Τράπεζαν οι εισπράξεις και από εξ μηνών και το συνάλλαγμα μου το στέλνεις. Θα με υποχρεώσεις πολύ.- Αρώτησε δε και πόσον τιμώνται αι μετοχαί της Τράπεζας.


Ταύτα και σε ασπάζομαι οικογενειακώς.

 

Ν. Γύζης









Πηγές


Lifo.gr





Εξαφανίστηκε μυστηριωδώς έργο που ίσως ανήκει στον Μιχαήλ Άγγελο και ήταν για χρόνια σε εκκλησία

 




  Ο μόνος που γνώριζε το μυστικό του πίνακα ήταν ο ιερέας, αλλά το είπε σε μερικούς.

  Λύση σε μυστήριο που θυμίζει αστυνομικό μυθιστόρημα καλούνται να βρουν οι αρχές που πρέπει να ανακαλύψουν ένα πιθανώς χαμένο έργο του Μιχαήλ Άγγελου, που χάθηκε πάλι.
   Πριν από λίγο καιρό, ένας ιερέας αποκάλυψε σε μόλις 20 ανθρώπους που θεωρούσε έμπιστους, ότι ένα έργο στην εκκλησία του, στη μικρή  πόλη Zele του Βελγίου, ήταν ένα χαμένο αριστούργημα του Μιχαήλ Άγγελου. Ο πίνακας πλέον χάθηκε - για την ακρίβεια εκλάπη.

 Ο πάστορας Jan Van Raemdonck, 61, κάλεσε τους αστυνομικούς καθώς δύο γυναίκες που άφηναν λουλούδια στο κεντρικό κλίτος του ναού Sint-Ludgerus την περασμένη Παρασκευή ανακάλυψαν ότι ο πίνακας ζωγραφικής του 16ου αιώνα, γνωστός ως «Αγία Οικογένεια», είχε εξαφανιστεί από τη συνηθισμένη του θέση.

  Το έργο, που απεικονίζει τη Μαρία, τον Ιωσήφ και τον μικρό Ιησού, επρόκειτο να αξιολογηθεί μέσα σε λίγες μέρες από μια έγκυρη εμπειρογνώμονα έργων του Μιχαήλ Άγγελου, την οποία ειδοποίησε ο ιερέας όταν αντιλήφθηκε την εκπληκτική του ομοιότητα με ένα σχέδιο του στη συλλογή του Δούκα του Πόρτλαντ.

Ο ιερέας της εκκλησίας που είχε υποψιαστεί τη μυστική ταυτότητα του πίνακα


  Ο ιερέας εκτιμά ότι το έργο, δωρεά στην εκκλησία πριν από 16 χρόνια από έναν πρώην Βέλγο γερουσιαστή, θα μπορούσε να φτάνει σε αξία ακόμη και 100 εκατομμύρια ευρώ.
  «Μια κυρία που ζούσε κοντά είδε έναν νεαρό άνδρα, περίπου 20 ετών, κοντά στην εκκλησία γύρω στις 5 το πρωί της Πέμπτης, αλλά έφυγε όταν εκείνη άναψε τα φώτα», δήλωσε ο Van Raemdonck. «Την Παρασκευή το πρωί στις 9, δύο κυρίες που έβαζαν λουλούδια στο ιερό παρατήρησαν ότι η εξωτερική πόρτα ήταν ανοικτή και πως το έργο δεν ήταν στη θέση του».

   Ο ιερέας αναφέρει πως ελάχιστοι γνώριζαν την υποψία του για την υπογραφή του έργου και πως όλοι ήταν μέλη της οικογένειάς του ή άνηκαν στο συμβούλιο της εκκλησίας.

 Ο Van Raemdonck είπε ότι είχε αποστείλει μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μηνύματα σε πολλά μουσεία στο πλαίσιο της έρευνάς του για το έργο, αλλά δεν είχε λάβει απάντηση. «Ίσως κάποιος να έχει πάρει τις πληροφορίες από τα ηλεκτρονικά μου μηνύματα. Ελπίζω η αστυνομία να μπορεί να ελέγξει κάμερες στην περιοχή και να μάθει τι συνέβη».

   Οι αρχές πιστεύουν ότι ήταν μια στοχευμένη διάρρηξη με αρκετούς δράστες. Ο πίνακας, ο οποίος είναι τοποθετημένος σε ξύλο, ζυγίζει περίπου 100 κιλά.
  «Ενδιαφερόταν μόνο για αυτό το έργο. Δεν πείραξαν κάτι άλλο», δήλωσε ο Johan Anthuenis, πρόεδρος του συμβουλίου της εκκλησίας. Ο δήμαρχος του Zele, δήλωσε ότι είναι λογικές οι υποψίες του ιερέα.







Που βρίσκεται ένας από τους πρώτους και μέχρι πρότινος άγνωστους πίνακες του Ελ Γκρέκο;

 

Ο εμφανής διαχωρισμός γης και ουρανού, πράγμα ιδιαίτερα σπάνιο στις υπόλοιπες αγιογραφίες βυζαντινής τέχνης που απεικονίζουν την Κοίμηση της Θεοτόκου, και οι κινήσεις των μορφών, που είναι πιο έντονες και πιο «πλαστικές» από τις συνήθως αυστηρές του Βυζαντίου, είναι τα πιο εμφανή.


  Οι πόρτες της εκκλησίας ανοίγουν. Ένας υπάλληλος της Γ' Εφορείας Νήσων Βορειοανατολικού Αιγαίου, ο αρχαιολόγος και βυζαντινολόγος Γεώργιος Μαστορόπουλος, έχει φτάσει εκεί για να ερευνήσει τις εικόνες και τα κειμήλια του ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Ερμούπολη. Το ημερολόγιο δείχνει 1 Απριλίου του 1983 – Πρωταπριλιά. Μία από τις εικόνες που έχει να ελέγξει είναι αυτή της «Κοίμησης της Θεοτόκου», η οποία, ωστόσο, έχει φθαρεί από το πέρασμα του χρόνου, ενώ το μόνο που διακρίνεται είναι η μορφή της Παναγίας στο νεκρικό κρεβάτι.

  Ενώ ξεκινά τον πρόχειρο έλεγχο και έναν αρχικό καθαρισμό της εικόνας, ξαφνικά, στο μέσον του κάτω μέρους βλέπει κάποια γράμματα. Κάνει μερικά λεπτά για να τα διακρίνει. «Δομήνικος Θεοτοκόπουλος ο δείξας». Ο βυζαντινολόγος παθαίνει σοκ. Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα η αγιογραφία που έχει μπροστά του να έχει ζωγραφιστεί από τον Ελ Γκρέκο, έναν από τους μεγαλύτερους αναγεννησιακούς ζωγράφους της ιστορίας. Οι ιερείς που βρίσκονται στον ναό για τον τυπικό έλεγχο σοκάρονται κι αυτοί. Πού να ήξεραν πως η φθαρμένη εικόνα που είχαν τόσα χρόνια σε μια γωνιά της εκκλησίας ήταν έργο τέτοιου μεγέθους!

  Ο Γεώργιος Μαστορόπουλος ζητάει από τον παρόντα εφημέριο, π. Κωνσταντίνο Κοντό, να τη μεταφέρει με μεγάλη προσοχή για μελέτη και συντήρηση στην Αθήνα. Ο ενθουσιασμός είναι ήδη πολύ μεγάλος, με την τότε υπουργό Πολιτισμού, Μελίνα Μερκούρη, να δημοσιεύει σχετική ανακοίνωση. Το ημερολόγιο δείχνει 8 Απριλίου.

  Το πιο πιθανό σενάριο, βέβαια, είναι πως τον πίνακα –άγνωστο σε ποια κατάσταση και αν ήξεραν την αξία του– έφεραν στη Σύρο οι Ψαριανοί μετά την καταστροφή του νησιού και τη σφαγή των κατοίκων από τον οθωμανικό στρατό τον Ιούνιο του 1824, τρία χρόνια μετά την κήρυξη της Επανάστασης.

   Στα εργαστήρια συντήρησης του υπουργείου Πολιτισμού οι αρχικές προβλέψεις και επιθυμίες επιβεβαιώνονται. Πρόκειται πράγματι για έναν από τους πρώτους και άγνωστους μέχρι τότε πίνακες ζωγραφικής του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, της πρώιμης περιόδου, δηλαδή της εποχής πριν φύγει από την Ελλάδα και ταξιδέψει αρχικά για Βενετία και στη συνέχεια για Τολέδο, όπου έζησε, μεγαλούργησε και πέθανε.

  Και ενώ θα περίμενε κανείς πως η εικόνα θα έμενε στην Αθήνα, οι ιθύνοντες αποφάσισαν να την επιστρέψουν εκεί όπου ανήκει, στον Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στη Σύρο. Ο πίνακας βρίσκεται εκεί μέχρι σήμερα, ενώ, λόγω της σημασίας και της αξίας της, τα μέτρα ασφαλείας γύρω της είναι πολύ ισχυρά. Η αγιογραφία βρίσκεται εντοιχισμένη σε μάρμαρο, από πάνω της υπάρχει συναγερμός και ψηλά μια κάμερα ασφαλείας που καταγράφει κάθε κίνηση των επισκεπτών της. Ποιος, άραγε, θα πίστευε πως μια φθαρμένη εικόνα θα γινόταν πόλος έλξης των χιλιάδων τουριστών που επισκέπτονται το νησί κάθε χρόνο για να τη δουν;

Η αγιογραφία βρίσκεται εντοιχισμένη σε μάρμαρο, από πάνω της υπάρχει συναγερμός και ψηλά μια κάμερα ασφαλείας που καταγράφει κάθε κίνηση των επισκεπτών της.


   Η επιμελής συντήρηση ανέδειξε όλα τα χαρακτηριστικά της εικόνας και όλες τις μορφές της. Ουσιαστικά αναπαριστά την Κοίμηση της Θεοτόκου κατά την ορθόδοξη χριστιανική παράδοση. Ο πίνακας χωρίζεται σε δύο σκηνές. Στο κάτω μέρος η Παναγία απεικονίζεται στο νεκρικό κρεβάτι με τα χέρια σταυρωμένα, ενώ ο Χριστός γέρνει προς το μέρος της. Εκείνος κρατά στα χέρια του ένα φασκιωμένο μωρό, το οποίο, σύμφωνα με την παράδοση, συμβολίζει την ψυχή της. Δίπλα της στέκονται άγγελοι. Στο επάνω μέρος φαίνεται ξανά η Παναγία, αυτήν τη φορά στα σύννεφα, με τη συνοδεία αγγέλων, και λίγο πιο δίπλα ο απόστολος Θωμάς, σε στάση δέησης, να παραλαμβάνει τη ζώνη της.

   Ενώ ο πίνακας εμφανίζει πάρα πολλά βυζαντινά στοιχεία –αυγοτέμπερα σε ξύλο και όχι λάδι, αυστηρές μορφές και χρώματα–, παρουσιάζει μερικά παραλλαγμένα χαρακτηριστικά που αργότερα θα κάνουν την τέχνη του Ελ Γκρέκο διάσημη παγκοσμίως. Ο εμφανής διαχωρισμός γης και ουρανού, πράγμα ιδιαίτερα σπάνιο στις υπόλοιπες αγιογραφίες βυζαντινής τέχνης που απεικονίζουν την Κοίμηση της Θεοτόκου, και οι κινήσεις των μορφών, που είναι πιο έντονες και πιο «πλαστικές» από τις συνήθως αυστηρές του Βυζαντίου, είναι τα πιο εμφανή.

 Άλλωστε η Κρήτη, την εποχή του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, ήταν ενετοκρατούμενη, με αποτέλεσμα πολλά δυτικά στοιχεία να εισχωρήσουν στην αγιογραφία της περιοχής. Σήμερα, μάλιστα, αυτές τις τεχνοτροπίες πολλοί τις εντάσσουν στην κρητική σχολή. Τη δημιουργία του πίνακα την τοποθετούν περίπου στο διάστημα 1565-1566, αν και η χρονολογία δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως. Ωστόσο, δεν γνωρίζουμε πότε η εικόνα κατέληξε από την Κρήτη στη Σύρο. Κατά πάσα πιθανότητα γι' αυτό ευθύνεται ο συμμαχικός βομβαρδισμός του λιμανιού της Ερμούπολης την περίοδο της Κατοχής, εξαιτίας του οποίου καταστράφηκε το ιερό βήμα και μαζί όλα τα αρχεία των ενοριών του νησιού και των κειμηλίων τους.

  Το πιο πιθανό σενάριο, βέβαια, είναι πως τον πίνακα –άγνωστο σε ποια κατάσταση και αν ήξεραν την αξία του– έφεραν στη Σύρο οι Ψαριανοί μετά την καταστροφή του νησιού και τη σφαγή των κατοίκων από τον οθωμανικό στρατό τον Ιούνιο του 1824, τρία χρόνια μετά την κήρυξη της Επανάστασης. Όσοι επέζησαν μπήκαν στα καράβια και κατευθύνθηκαν προς τις Κυκλάδες, με τη Σύρο να αποτελεί τελικό προορισμό για αρκετούς από αυτούς, καθώς το νησί εκείνη την περίοδο ήταν από τους μεγαλύτερους εμπορικούς σταθμούς της χώρας. Άλλωστε, η ίδια η εκκλησία στην οποία βρίσκεται σήμερα ο πίνακας του Ελ Γκρέκο χτίστηκε από τους Ψαριανούς πρόσφυγες, γι' αυτό και, εκτός από Ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, λέγεται και «εκκλησία των Ψαριανών».

 

 

Οι επιρροές στην κατασκευή είναι πολύ έντονες. Μέχρι πριν από μερικά χρόνια οι κολόνες του μεγάλου ναού ήταν ξύλινες, ακριβώς επειδή οι εκπατρισμένοι ήταν μάστορες στο συγκεκριμένο υλικό. Στο εσωτερικό, ο ξύλινος σκελετός των θόλων που φαίνεται από τον γυναικωνίτη μοιάζει με αναποδογυρισμένο σκαρί πλοίου, επιλογή που θύμιζε στους τεχνίτες το πλούσιο ναυτικό παρελθόν τους που οι Οθωμανοί κατέστρεψαν μέσα σε μερικές ημέρες. Από την άλλη, επειδή στο νησί ζουν χιλιάδες καθολικοί, η εκκλησία έχει και δυτικές επιρροές. Ξεχωρίζει το μαρμάρινο τέμπλο –στους ορθόδοξους ναούς συνηθίζεται το ξύλινο– και οι πολύχρωμες εικόνες που πιο πολύ μοιάζουν με αναγεννησιακούς πίνακες, πάρα με βυζαντινές αγιογραφίες.

 

Η αλληλεπίδραση των δύο παραδόσεων στο νησί είναι εμφανής. Ο τεράστιος ορθόδοξος ναός του Αγίου Νικολάου ακριβώς πάνω από το θέατρο Απόλλων είναι ίσως ο μοναδικός που διαθέτει βιτρό στο ιερό του και την ίδια στιγμή μπορεί κανείς να δει μανουάλια σε καθολικές εκκλησίες. Σήμερα οι ντόπιοι, καθολικοί και ορθόδοξοι, συμβιώνουν αρμονικά, ενώ, ακόμα και το Πάσχα, το γιορτάζουν μαζί.

 

Η σημασία του πίνακα της «Κοίμησης της Θεοτόκου» του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου είναι πολύ μεγάλη. Θεωρείται ένα από τα τρία βεβαιωμένα έργα της πρώιμης περιόδου, μαζί με τον «Ευαγγελιστή Λουκά που ζωγραφίζει την Παναγία» και την «Προσκύνηση των Μάγων», ενώ έχει ταξιδέψει μέχρι το Τολέδο για τη μεγάλη έκθεση με αφορμή τα 400 χρόνια από τον θάνατό του. Πολλοί αναλυτές, μάλιστα, υποστηρίζουν πως η «Κοίμηση της Θεοτόκου» έχει κοινά στοιχεία με την «Ταφή του κόμη του Οργκάθ», έναν από τους «λαμπρότερους πίνακες που υπάρχουν στην Ισπανία».









Πηγές



Lifo culture


To μυστικό του τελευταίου Πίνακα του Van Gogh

 


Ρίζες δέντρων (1890), το ημιτελές τελευταίο έργο του Βαν Γκογκ. Φωτ. Le Monde. Van Gogh archive 002.


  Τι συνέβη στις 27 Ιουλίου 1890 ώστε να καταλήξει ο ζωγράφος με μια σφαίρα κοντά στην καρδιά; Με τη βοήθεια μιας παλιάς καρτ-ποστάλ, ένας ερευνητής καθόρισε το ακριβές σημείο όπου πέρασε ο Βαν Γκογκ εκείνη τη μέρα του: κοντά σε ένα δέντρο του οποίου οι ρίζες αποτελούν το τελευταίο, ανολοκλήρωτο έργο του.

  Ο Wouter van der Veen, ερευνητής και συγγραφέας σειράς βιβλίων για τον ζωγράφο, ήταν όπως όλος ο κόσμος κλεισμένος στο σπίτι του στο Στρασβούργο. Εκεί ασχολήθηκε με την ταξινόμηση παλιών καρτ-ποστάλ που είχε ήδη ψηφιοποιήσει, φωτογραφίες από την Auvers-sur-Oise που χρονολογούνται από τη δεκαετία του 1910, μια περίοδο κατά την οποία το χωριό έμοιαζε ακόμα με εκείνο στο οποίο ο Βαν Γκογκ είχε ζήσει τους τελευταίους του μήνες και ζωγραφίσει τους τελευταίους πίνακές του, είκοσι χρόνια νωρίτερα.

  Ξαφνικά, μία από αυτές τράβηξε την προσοχή του, η αριθμός 37, μια ασπρόμαυρη λήψη με έναν άνδρα με γυρισμένη την πλάτη, που στέκεται δίπλα στο ποδήλατό του σε έναν δεντρόφυτο δρόμο, rue Daubigny, όπως σημειώνει η κάρτα. Ο Wouter van der Veen την εξέτασε για πολλή ώρα, έκανε ζουμ στα γέρικα δέντρα αριστερά, των οποίων οι ρίζες εξείχαν από το διαβρωμένο δασύλλιο.

   Η σκέψη του πήγε στον τελευταίο πίνακα ζωγραφικής του Βαν Γκογκ, τις Ρίζες δέντρων, το ανολοκλήρωτο έργο, για το οποίο εκτεταμένες και πρόσφατες έρευνες απέδειξαν ότι είναι το τελευταίο, εκείνο πάνω στο οποίο δούλευε ακόμη και κατά τη στιγμή του θανάτου του, που τον βρήκε στα 37 του. Το πρόβαλε στην οθόνη του. Κι έπειτα συνέκρινε. Ίδια κίνηση των στελεχών. Ίδια εξογκώματα. Ίδιες γωνίες. Κι αν ήταν αυτό το τελευταίο του τοπίο;

   Υπέβαλε την υπόθεσή του στις αυθεντίες του Μουσείου Βαν Γκογκ στο Άμστερνταμ με το οποίο συνεργάζεται εδώ και χρόνια. Ο Teio Meedendorp, ένας από τους διευθυντές της έρευνας, θυμάται τα μηνύματά του: "Κάλεσέ με γρήγορα, βρήκα κάτι!" Και με πόση περίσκεψη υποδέχτηκε ο ίδιος αυτό το εύρημα:" Είναι δύσκολο να συνδεθεί μία φωτογραφία με τη ζωγραφική, ειδικά με τη γωνία που παρουσιάζεται εδώ, και να βασιστούμε σε τοπία που αλλάζουν τόσο γρήγορα. Μήπως ήταν σύμπτωση; Μου αρέσει όμως πολύ να μελετώ την τοπογραφία."

   Ο Teio Meedendorp και ο συνεργάτης του από το μουσείο, ο Louis van Tilborgh, βάλθηκαν τότε να υπολογίζουν αποστάσεις, γωνίες, αναλογίες, συμβουλεύονται έναν δενδρολόγο, ειδικό στα δέντρα και τα ξυλώδη φυτά, ο οποίος εκτιμά την πιθανή εξέλιξη που παρουσιάζει το σύμπλεγμα των ριζών στην καρτ ποστάλ. Η φωτογραφία του τόπου όπως υπάρχει σήμερα είναι αυτή που τελικά επιβεβαίωσε την υπόθεση, μετά από πέντε βδομάδες μελέτης. "Όλα ήταν ακόμα εκεί, υπάρχει αυτή η οριζόντια ρίζα, το δέντρο μπροστά. Πείστηκα. Δύσκολα μπορούσες να το αμφισβητήσεις", συνεχίζει ο Teio Meedendorp.

  Μόλις άρθηκε ο περιορισμός, ο Wouter van der Veen ταξίδεψε στην Auvers για να σιγουρευτεί. Βρήκε εύκολα την τοποθεσία, ένα γέρικο κούτσουρο που καλύπτεται τώρα από κισσό, ένα σημείο συνάντησης που οι ντόπιοι αποκαλούν "ο Ελέφαντας". Μία 104χρονη κυρία του ανέφερε ότι, ως νεαρή κοπέλα, περνούσε από εκεί με τα πρόβατά της για να πάει στα χωράφια. Από εδώ λοιπόν ο Βίνσεντ πήγαινε κι αυτός  προς "το τοπίο". Προς τα στάχυα. Είναι ακριβώς πίσω από το πανδοχείο όπου διέμενε, 150 μέτρα μακριά. Άλλωστε, ζωγράφιζε μόνο ό, τι βρισκόταν στο δρόμο του, ή όσους συναντούσε στον δρόμο του. "Αυτό σήμαινε ότι ήξερα ξαφνικά πού είχε περάσει την ημέρα της 27ης Ιουλίου, και ότι ένα επίμονο μυστήριο για το τέλος της ζωής του είχε μόλις λυθεί", εξηγεί ο Wouter van der Veen.

   Τι συνέβη εκείνη την ημέρα;  Ήταν Κυριακή. 'Εκανε πολλή ζέστη. Ο Βαν Γκογκ έφυγε όπως κάθε πρωί με τα συμπράγκαλά του, και με το καπέλο του βιδωμένο πάνω στο κεφάλι. Για πολύ καιρό επικράτησε η άποψη ότι είχε πάει στα χωράφια πίσω από το κάστρο της Auvers. Αλλά τώρα που εντοπίστηκε το μοτίβο του καμβά που ζωγράφιζε εκείνη τη μέρα, είναι πιθανό να είχε στήσει το καβαλέτο του στην route Daubigny, που ονομαζόταν τότε Grande Rue. Γιατί να ζωγραφίσει αυτές τις ρίζες που μέχρι τότε χρησίμευαν μόνο για να στηρίζει το πόδι του; Τι σκεφτόταν; Τι έβλεπε εκεί;

  Δεν μπορούμε να μιλήσουμε στη θέση του. Αλλά ο Βαν Γκογκ, μέσω των αναρίθμητων επιστολών του, πάνω από οκτακόσιες, που οι περισσότερες απευθύνονταν στον αδερφό του, μας αφήνει κάτι σαν οδηγό, την εντύπωση ότι ήξερε τι του επιφύλασσε το μέλλον του, και ότι θα το φώτιζε μέσα από την πολύ σύντομη ζωή του. "Λίγοι καλλιτέχνες σε αφήνουν να τους πλησιάσεις τόσο κοντά, να ερευνήσεις την προσωπικότητά τους", λέει ο Teio Meedendorp. Σε μια επιστολή του σταλμένη τον Μάη του 1882, η οποία συνόδευε μερικά σκίτσα, και ειδικά εκείνο ενός γέρικου δέντρου με εμφανείς ρίζες, είχε πει ότι είδε σε αυτό "κάτι από τον αγώνα για τη ζωή", "το γεγονός ότι γαντζώνεσαι με έναν σπασμωδικό και παθιασμένο τρόπο στη γη, απ' όπου οι καταιγίδες πασχίζουν να σε ξεριζώσουν".

  Οι δικές του ρίζες είναι παγωμένες, βυθίζονται στο έδαφος του Groot Zundert, ενός μικρού χωριού στις Νότιες Κάτω Χώρες, και πιο συγκεκριμένα, εκεί, στα λίγα μέτρα που χωρίζουν το σπίτι της παιδικής του ηλικίας από την εκκλησία όπου ο πάστορας ήταν ο πατέρας. Προσπάθησε να τις ακολουθήσει από μικρός, αναζητώντας για λίγο τον δρόμο του Θεού, και έπειτα τις έκαψε λόγω της δυσαρέσκειας που έτρεφε γι' αυτόν ο αυστηρός πατέρας του και ο θρησκευτικός του οίκος. Πράγματα αδύνατα και τα δύο. Δεν απαλλάσσεσαι από τις ρίζες σου. Έτσι προσπάθησε να φύγει μακριά βαδίζοντας προς το Νότο, προς ένα εντελώς διαφορετικό φως.

   Μόνο ο Τεό τον συνδέει με το παρελθόν του, αλλά και με τη ζωή, με την κοινωνία των ανθρώπων, από τη στιγμή που αυτός πληρώνει όλα όσα χρειάζεται για την ζωγραφική και για μια στέγη πάνω από το κεφάλι του. "Είμαι το μικρό καράβι που έχεις ρυμουλκήσει, και το οποίο μερικές φορές μπορεί να φαίνεται σαν ένα βάρος από το οποίο θα μπορούσες φυσικά να απαλλαγείς κόβοντας το σχοινί αν ήθελες", του είχε γράψει κάποτε. Ο Τεό οργάνωσε την μετεγκατάστασή του στην Auvers-sur-Oise, μετά τις απανωτές του κρίσεις κατά την διαμονή του στην Αρλ, το κομμένο αυτί, τις απόπειρες αυτοκτονίας. Τόσα πολλά σκοτεινά σήματα που στάλθηκαν την ώρα που ο Τεό παντρευόταν και αποκτούσε έναν γιο που τον ονόμασε Βίνσεντ. Ο Τεό, με τα γράμματά του, τον παρακαλούσε να μην νιώθει εγκαταλελειμμένος. "Η ζωή μας, ακριβώς μέσω αυτού του παιδιού, είναι τόσο στενά συνδεδεμένη που δεν πρέπει να φοβάσαι ότι μία μικρή διαφωνία μπορεί να προκαλέσει μία απομάκρυνση... Πιστεψέ με. Ο αδερφός σου που σε αγαπά."

  'Οταν όμως ο Βίνσεντ, τρεις εβδομάδες πριν από το θάνατό του, επισκέφθηκε τον αδερφό του και την οικογένειά του στο Παρίσι, τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν καλά. Ο Τεό ήταν εξαντλημένος, άρρωστος. Οι συζητήσεις τους ήταν τεταμένες και δεν οδηγούσαν πουθενά. Ο Βίνσεντ δεν υποψιάζεται τότε ότι ο αδερφός του έχει λίγους μόνο μήνες ζωής, αλλά καταλαβαίνει ότι δεν είναι καλά και ότι ολόκληρο το οικοδόμημα της ζωής του κλυδωνίζεται. Επιστρέφοντας στην Auvers, αποφεύγει να μιλήσει σε πολύ κόσμο στο χωριό, και δεν επισκέπτεται ούτε τον Dr. Gachet. Αυτός θα κόψει το σχοινί. Γυρίζει σπίτι ως συνήθως για το μεσημεριανό γεύμα, όπως και οι δύο άλλοι ζωγράφοι που μένουν στο πανδοχείο. Η Auvers-sur-Oise είναι στέκι καλλιτεχνών. Αμέσως μετά, φεύγει για να συνεχίσει την εργασία του. "Οι τελευταίες κίτρινες πινελιές είναι χαρακτηριστικές του φωτός που πέφτει στο τέλος της ημέρας", εξηγεί ο Wouter van der Veen.

  Όλα φωτίζονται σε αυτόν τον ύστατο ημιτελή και για πολύ καιρό ανεξήγητο καμβά που ορισμένοι είχαν ερμηνεύσει και ως πιθανή ολίσθηση του Βαν Γκογκ προς την αφαίρεση. "Κατάλαβα αυτόν τον πίνακα μόλις πριν από δύο μήνες. Ένα δασύλλιο υλοτομείται, αλλά εν τούτοις η ζωή εκεί παραμένει. Για μένα, αυτό είναι ένα αποχαιρετιστήριο μήνυμα. Παραιτείται. Αλλά η ζωή συνεχίζεται. Ένας μικρός Βίνσεντ γεννήθηκε στην οικογένεια του αδερφού του. Εκείνος θα ζήσει μέσα από τους πίνακές του."

   Δεν βρίσκεται στο πανδοχείο τη στιγμή που σερβίρεται το δείπνο. Οι Ravoux ανησυχούν, είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει αυτό μετά την άφιξή του επτά μήνες νωρίτερα. Τον είδαν να επιστρέφει με το καβαλέτο του αργά το απόγευμα, να ξεφορτώνεται τα πράγματά του και να ξαναφεύγει. Θα εμφανιστεί πάλι όταν θα έχει πια νυχτώσει. Με το χέρι του να πιέζει το στήθος του, πηγαίνει κατ 'ευθείαν στο δωμάτιό του στον πρώτο όροφο, ο κος Ravoux τον ακολουθεί μέχρι εκεί, τον βρίσκει κουλουριασμένο στο κρεβάτι του, τον ρωτάει αν είναι άρρωστος. "Θέλησα να σκοτωθώ", φέρεται να είπε. Το ίδιο επαναλαμβάνει και μπροστά στον Anton Hirschig, τον Ολλανδό ζωγράφο που μένει στο διπλανό δωμάτιο: "'Επληττα και γι' αυτό είπα να σκοτωθώ". Ξαπλώνει, ζητάει να του γεμίσουν την πίπα του. Ειδοποιούν τον Dr. Gachet που τον εξετάζει, του λέει ψέματα από καλοσύνη, και του υπόσχεται ότι θα κάνει τα πάντα για να τον σώσει. "Τότε πρέπει να το ξανακάνω", φαίνεται να αναστέναξε ο Βαν Γκογκ που δεν ήθελε να αστοχήσει στον εαυτό του.

  Ο Hirschig επιφορτίζεται με ένα επείγον μήνυμα για τον Τεό στο Παρίσι. Την επόμενη μέρα, εμφανίζονται οι χωροφύλακες, τον ρωτούν αν προσπάθησε να αυτοκτονήσει, απαντάει πως ναι. Του υπενθυμίζουν ότι είναι παράνομο. "Χωροφύλακα, το σώμα μου μού ανήκει και είμαι ελεύθερος να το κάνω ό, τι θέλω. Μην κατηγορείτε κανέναν, εγώ ήθελα να αυτοκτονήσω." Η αναφορά των χωροφυλάκων δεν βρέθηκε ποτέ. Ούτε και το όπλο. Ίσως η παλιά πιστόλα που ήταν παρατημένη στο πανδοχείο. Η αφήγηση υφάνθηκε μέσα από τις μαρτυρίες των ανθρώπων του χωριού, κι έπειτα των φίλων που πήγαν στην κηδεία, τόσο θλιμμένοι ώστε δεν απέφυγαν να κάνουν ένα σωρό  ερωτήσεις. Και διογκώθηκε όσο περνούσαν οι δεκαετίες, καθώς ο άμοιρος ο Βίνσεντ, ολόκληρος μεσ' τις μπογιές, είχε γίνει πια ένας παγκόσμιος μύθος.

  Στη δεκαετία του 1930, μία άλλη εκδοχή της ιστορίας κυκλοφόρησε στο χωριό. Θυμούνται πολύ καλά όλους αυτούς τους μικρούς Παριζιάνους που ερχόνταν να αλλάξουν τον αέρα τους εδώ το καλοκαίρι, παιδιά της αστικής τάξης που έκαναν χάζι και γελούσαν με αυτόν τον περίεργο που περπατούσε πέρα δώθε στα χωράφια και έμοιαζε με σκιάχτρο πουλιών. Έριχναν κρυφά αλάτι στον καφέ του, καυτή πιπεριά στις άκρες των πινέλων που μασουλούσε, ή έβαζαν ένα φίδι στο κουτί με τις μπογιές του. 'Ηταν δύο αδέρφια ανάμεσά τους, ο Gaston και ο René Secrétan, 19 και 16 χρονών, γιοί ενός φαρμακοποιού της rue de la Pompe στο Παρίσι. Κι αν ήταν αυτοί, που έπαιζαν τους καουμπόηδες με ένα όπλο για πουλιά, που τον πυροβόλησαν κατά λάθος;

  Ένας περαστικός αμερικανός ιστορικός, ο John Rewald, ακούει αυτές τις φήμες και τις αναπαράγει στο χαρτί. Τα αδέρφια, ενήλικα πλέον, βρέθηκαν και ρωτήθηκαν. Ο Gaston, ο μεγαλύτερος, που έγινε τραγουδοποιός, είπε ότι αγαπούσε τον Βίνσεντ για την αναρχική του πλευρά, ότι τον είχε κεράσει ποτά και μιλήσει για ζωγραφική μαζί του. Ο René, ο νεότερος, ο οποίος έγινε τραπεζίτης, παραδέχτηκε ότι ο Βίνσεντ τον εκτιμούσε πολύ λιγότερο από τον αδερφό του, ανέφερε ότι ο Βίνσεντ τους κατασκόπευε όταν έφερναν νεαρές πόρνες από το Παρίσι κι ότι δανειζόταν την παλιά πιστόλα από τον Ravoux, την οποία ο ίδιος ο Βίνσεντ του είχε ίσως "σουφρώσει". Ποτέ δεν ανέφερε ο ένας ή ο άλλος κάτι πιο σοβαρό. Και η εκδοχή της ανθρωποκτονίας σε λίγο ξεχάστηκε. Το 1947, ο Antonin Artaud έδωσε την δική του συνταρακτική εκδοχή της ιστορίας. Μετά από μια αστραπιαία επίσκεψη σε μια έκθεση Van Gogh στο Musée de l'Orangerie, δημοσιεύει το Van Gogh le suicidé de la société [Βαν Γκογκ, ο αυτόχειρας της κοινωνίας - σ.σ.]. Ωραίο κείμενο που μιλάει περισσότερο για τον ίδιον παρά για τον ζωγράφο, αλλά κατηγορεί την κοινωνία ότι επέσπευσε το τέλος αυτής της ιδιοφυΐας, που μόνο τρελός δεν ήταν. Δεν είναι ο ίδιος ο Βίνσεντ, ούτε τα παιδιά οπλισμένα με πιστόλι για σπουργίτια, εμείς τον σκοτώσαμε. Και ίσως γι' αυτό, κατά βάθος, τον αγαπάμε τόσο πολύ.







Πηγές


Le Monde