Ο Angelo Maria Quirini ήταν αρχιεπίσκοπος Κέρκυρας το διάστημα 1725-1726. Το 1725 ο Quirini τύπωσε το βιβλίο του με τίτλο Primordia Corcyrae το οποίο επανεξέδωσε το 1738 και μέσα σε αυτό μετέφερε σε γκραβούρες τον ζωγραφικό πίνακα που αναπαριστά το εσωτερικό του μεγάρου και ο οποίος είχε φιλοτεχνηθεί με εντολή τότε του ίδιου του Querini 1725-1726.
Η σκηνή αναπαριστά τη μεγάλη αίθουσα στον όροφο του κτιρίου κατά την παραμονή των Χριστουγέννων, όταν ο ορθόδοξος κλήρος με επικεφαλή τον Μέγα Πρωτόπαπα επισκέπτονταν τον Λατινεπίσκοπο για την τέλεση των Πολυχρονισμών. Η βασική διαφορά στη μεταφορά του πίνακα σε γκραβούρα είναι οι τετράγωνες πλάκες αντί για ξύλο και στο βάθος υπάρχουν τρεις πόρτες αντί για παράθυρα...
Για την τελετή των πολυχρονισμών, ο Παπαγεωργίου αναφέρει: Την παραμονήν των Χριστουγέννων ο Μ. Πρωτοπαπάς μετά του κλήρου του όφειλε να επισκεφθεί τον Επίσκοπον, όστις υποδέχετο αυτόν προ της μεγάλης κλίμακος του αρχιεπισκοπείου. Εκείνος δε ασκεπής την κεφαλήν προσεκύνει αυτόν, και ομού έπειτα μετέβαινον εις την μεγάλην Αίθουσαν. Ο Αρχιεπίσκοπος τέλος προέπεμπε τον Πρωτοπαπά απερχόμενον μέχρι της μεγάλης κλίμακος.
![]() |
Ο Querini ενώ έγινε καρδηνάλιος από τον Πάπα Βενέδικτο ΧΙΙΙ |
Το μέγαρο αναφέρεται σε δύο κείμενα της εποχής εκείνης. Το ένα είναι το ενθύμημα που άφησε ο βοηθός της ιεροκαγκελαρίας Γεώργιος Πολυμάρκος: 1724 Μαίου 28 ε.π. ερχόμενος από την Βενετίαν ο Εκλαμπρότατος και Πανιερώτατος Μητροπολίτης των Λατίνων κς Άγγελος Μαρία Κουερίνης, με το καράβιον του εξοχωτάτου Αλμιράντε Πέζαρου, ο οποίος με το να επήγε εις το απαλάτιόν του, πηγαινάμενος ο Παναιδεσιμώτατος Πρωτοπαπάς κς Σπυρίδων ο Βούλγαρις του έκαμε την πρώτη ιδιωτική επίσκεψη.
Το άλλο είναι ο πρόλογος στον δημοσιευμένο λόγο που εξεφώνησε ο Ιεροκήρυξ Βίκτωρ Κλαπατζαράς, προς τιμή του Quirini. Σε ένα σημείο του αναφέρει ότι «οι εκπρόσωποι της πόλεως και οι Αξιωματούχοι συνώδευσαν από το Αρχιεπισκοπικόν Παλάτιον τον Ιεράρχην και τον ωδήγησαν εις τον Ναόν (εν. του Αγίου Σπυρίδωνος)».
Το 1742 εγκαθίσταται στην Κέρκυρα ο Λατίνος Αρχιεπίσκοπος Antonius Nani (1742-1761), ενώ το 1743 σημειώνεται δυνατός σεισμός και στο μέγαρο σημειώνονται φθορές. Το 1745 νέος δυνατότερος σεισμός προκαλεί την καταστροφή του καθώς και άλλων κτιρίων. Ο Λατινεπίσκοπος Nani επιχειρεί και κατασκευάζει δέκα χρόνια αργότερα, το 1754, το νέο κτίριο της Αρχιεπισκοπής, όπως μας πληροφορεί η πλάκα με την επιγραφή που βρίσκεται στο δυτικό εξωτερικό τοίχο:
A FUNDAMENTIS EREC
S.A.
MDCCLIIII9
Όπως γράφει ο Luigi Crema, η αρχιτεκτονική του κτιρίου είναι τυπικά ενετική στα παράθυρα και στους εξώστες, στην είσοδο και στο κεντρικό στοιχείο τηςπρόσοψης, με τους δωρικούς κίονες που κρατούν ένα τύμπανο, το οποίο θυμίζει, σε πιο κλασική μορφή, το Palazzo dei Giureconsulti στη Βερόνα. Το νέο αυτό κτίριο σώζονταν με την ίδια περίπου μορφή, έως το 1943, οπότε υπέστη σοβαρές ζημιές από τους βομβαρδισμούς που έπληξαν την πόλη της Κέρκυρας τη νύχτας της 13/14 Σεπτεμβρίου 1943. Στις φωτογραφίες που σώζονται από τότε, διακρίνεται η λιτότητα και αυστηρότητα της πρόσοψής του. Επρόκειτο για τριώροφο κτίριο, στο οποίο η πρόσβαση γίνονταν από μία επιβλητική σκάλα με ένδεκα πενταγωνικά σκαλοπάτια. Η είσοδος ήταν τοξωτή, με λίθινο περιθύρωμα και επάνω ακριβώς από αυτήν ήταν ο εξώστης και η κεντρική πόρτα του ορόφου, τοξωτή επίσης, βασικό διακοσμητικό στοιχείο της πρόσοψης του κτιρίου. Ο δεύτερος όροφος κατελάμβανε σταυροειδώς μόνο το κεντρικό τμήμα. Τέσσερις πεσσοί στήριζαν το επιστύλιο το οποίο στέφονταν από αέτωμα, όπου υπήρχε μέσα σε κύκλο ανάγλυφο λιοντάρι, το σύμβολο της Βενετίας. Στο Κτηματολόγιο της Ενετοκρατίας (Α.Ν.Κ. Φ.107), υπάρχει η κάτοψη του κτιρίου (ισογείου και ορόφου), με τον τίτλο Palazzo Arcipiscopale, και με αναλυτική επεξήγηση των χώρων του.
Το ισόγειο τμήμα του κτιρίου ήταν χωρισμένο σε τρία τμήματα: το κεντρικό τμήμα περιλάμβανε μια μεγάλη αίθουσα με μια τοξωτή πόρτα στο βάθος της που οδηγούσε στην πίσω αυλή (giardino). Τα άλλα δυο τμήματα ήταν το κλιμακοστάσιο που οδηγούσε στον επάνω όροφο. Φωτιζόταν από δύο τοξωτά παράθυρα. Ο χώρος πίσω αριστερά ήταν κουζίνα-μαγειρείο με μεγάλη εστία. Βγαίνοντας κανείς προς την αυλή, περνούσε πρώτα κάτω από μια τοξοστοιχία, η οποία στηριζόταν σε τέσσερις πεσσούς. Αριστερά βρισκόταν μία μικρή βοηθητική σκάλα που οδηγούσε στον επάνω όροφο κα δεξιά ήταν ο δυτικός πυλώνας. Υπόγεια είχε μόνο στο ανατολικό τμήμα, τα οποία στηρίζονταν από μεγάλους θόλους. Ο επάνω όροφος, ακολουθούσε σε διάταξη το ισόγειο, με μικρές διαφορές. Πάνω από την τοξοστοιχία του ισογείου υπήρχε μακρύς διάδρομος και επάνω από το δυτικό πυλώνα παρεκκλήσιο. Το κεντρικό τμήμα του ορόφου κατελάμβανε η μεγάλη αίθουσα όπου λάμβαναν χώρα οι επίσημες τελετές. Το κλιμακοστάσιο συνεχιζόταν ξύλινο για τον δεύτερο όροφο, ο οποίος κατελάμβανε σταυροειδώς το κέντρο του κτιρίου, αφήνοντας άκτιστες τις τέσσερις γωνίες που σκεπάζονταν με μικρές ξεχωριστές στέγες.
Τελευταίος λατινεπίσκοπος Κέρκυρας κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας ήταν ο Francesco Maria Fenzi (180-1798).
Πηγές
Analecta Catholica, Χρυσούλα Βοσκοπούλου.
Primordia Corcyrae, Quirini Giacomo
Φωτογραφίες Έλενα Παπάζη