Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2026

Μια έκθεση στο μουσείο της Ακρόπολης ζωντανεύει και φέρνει στο φως την αρχαία Αρμενία

 

Παρωπίδα ίππου με ανάγλυφη διακόσμηση, 9ος αι. π.Χ. Χαλκός. Ερέτρια, Ιερό του Δαφνηφόρου Απόλλωνα, Αρχαιολογικό Μουσείο Ερέτριας, αρ. ευρ. 7007. © Εφορεία Αρχαιοτήτων Εύβοιας. Φωτ.: Ανδρέας Σκιαδαρέσης


Από τα μέσα Νοεμβρίου έως την άνοιξη του 2027, το Μουσείο Ακρόπολης θα παρουσιάσει την αρχαία Αρμενία μέσα από τα διακόσια αρχαία ευρήματα  που καλύπτουν μια εντυπωσιακά μεγάλη χρονική διαδρομή, από την Παλαιολιθική Εποχή έως τον 4ο αιώνα μ.Χ., και φωτίζουν έναν κόσμο που συνδέθηκε με τους μεγάλους πολιτισμούς της περιοχής.

Η έκθεση προκύπτει από τη συνεργασία του Μουσείου Ακρόπολης με το Ιστορικό Μουσείο της Αρμενίας. 

Στο επίκεντρο βρίσκεται η περίοδος του Urartu, ένα από τα πιο γοητευτικά και λιγότερο γνωστά κεφάλαια της αρμενικής ιστορίας. Με επίκεντρο τα υψίπεδα γύρω από τη λίμνη Βαν, το βασίλειο του Urartu αναπτύχθηκε κατά την πρώιμη Εποχή του Σιδήρου και εξελίχθηκε σε σημαντική δύναμη της Εγγύς Ανατολής.

Λίγα ιστορικά κεφάλαια είναι τόσο σκοτεινά και μυστηριώδη όσο εκείνο του αρχαίου βασιλείου της Ουραρτού. Το λεγόμενο Βασίλειο του Βαν αναδύθηκε τον 9ο αιώνα π.Χ. και άκμασε στην περιοχή ανάμεσα στις λίμνες Βαν, Ουρμία και Σεβάν —μια περιοχή που αντιστοιχούσε κατά προσέγγιση στην αρχαία Αρμενία και η οποία σήμερα περιλαμβάνει τμήματα της ανατολικής Τουρκίας, του Ιράν και της σύγχρονης Δημοκρατίας της Αρμενίας. Μετά την καταστροφή του βασιλείου, η εξαφάνισή του υπήρξε τόσο ολοκληρωτική, ώστε δεν υπήρχε καμία σαφής αναφορά στην ύπαρξη της αυτοκρατορίας των Ουραρτίων σε κλασικά έργα, όπως οι *Ιστορίες* του Ηροδότου, παρά μόνο αμυδρές αναφορές στη Βίβλο.

Τα τεράστια ερείπια του Βαν, με τις μυστηριώδεις επιγραφές τους στις όχθες της μεγάλης λίμνης, αποδόθηκαν από τον Αρμένιο χρονικογράφο του 5ου αιώνα, Μωυσή της Χορένης (Moses Khorenatsi), στη θρυλική Ασσύρια βασίλισσα Σεμίραμι – μια ιστορία που πιθανότατα προήλθε από την τοπική λαϊκή παράδοση. Η πρώτη καταγεγραμμένη προσπάθεια μελέτης αυτών των ερειπίων έγινε το 1827 από τον Γερμανό λόγιο Friedrich Eduard Schulz, ο οποίος είχε σταλεί από τη Γαλλική Ασιατική Εταιρεία. Ο Schulz αντέγραψε ορισμένες επιγραφές και φρόντισε να σταλούν στο Παρίσι. Δυστυχώς, το 1829, ο Schulz και η ομάδα του δέχθηκαν επίθεση από ληστές και ο ίδιος έχασε τη ζωή του. Τα αντίγραφα αυτά δημοσιεύτηκαν τελικά το 1840 στο Παρίσι, όπου διαπιστώθηκε ότι περιλάμβαναν διάφορες επιγραφές στην αρχαία περσική γλώσσα και στην ασσυριακή σφηνοειδή γραφή (η οποία δεν είχε ακόμη αποκρυπτογραφηθεί πλήρως), ενώ οι υπόλοιπες επιγραφές ήταν γραμμένες σε άγνωστη γλώσσα.

Στα μέσα του 19ου αιώνα, η αρχαία Μεσοποταμία γνώριζε τεράστια δημοτικότητα στην Ευρώπη, και η δράση των Austen Henry Layard και Paul-Emile Botta συνάρπασε τη φαντασία του κοινού με την επανανακάλυψη της Ασσυρίας και της Βαβυλώνας. Η έντονη προσπάθεια μετάφρασης των ασσυριακών επιγραφών έφερε στο φως το όνομα «Urartri», αν και αυτό δεν είχε ακόμη συνδεθεί με το Βασίλειο του Βαν.


 Τα εκθέματα φωτίζουν έναν κόσμο που συνδέθηκε με τους μεγάλους πολιτισμούς της περιοχής ενώ παράλληλα διατηρεί τη δική του ιδιαίτερη καλλιτεχνική και τεχνολογική ταυτότητα.






Πηγές


historical-quest.com

Lifo.gr





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου