Πέμπτη 27 Απριλίου 2017

Δομήνικος Θεοτοκόπουλος



 

   Μία από τις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες της παγκόσμιας τέχνης. Ο καλλιτέχνης που ίσως έχουν γραφτεί τα περισσότερα βιβλία και οι σημαντικότερες μελέτες ιστορικών και τεχνοκριτών. Το φθινόπωρο του 1541 γεννήθηκε στο χωριό Φόδελε, στο Ηράκλειο της Ενετοκρατούμενης Κρήτης ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος. Επιφανής και συχνά ένδοξη στη Κωνσταντινούπολη,  η οικογένεια του είχε εγκαταλείψει τη πατρίδα της διωγμένη από τους Τούρκους κατακτητές. Ένας κλάδος των Θεοτόκηδων ή Θεοτοκόπουλων είχε καταφύγει στη Κέρκυρα υπό το Νικόλαο Θεοτόκη<< τον πρωτογεννήτορα των Θεοτόκηδων>>, όπως τον χαρακτήριζε παλαιό κερκυραϊκό χρονικό, ο οποίος μαζί με τους τέσσερις αδερφούς του, λυτρωθέντες από την αιχμαλωσία του Μωάμεθ, κατόρθωσε να βρει νέα πατρίδα στη Κέρκυρα, όπου επί πέντε έκτοτε αιώνες η οικογένεια αναδείχθηκε και έπαιξε συχνά σημαντικό ρόλο. Άλλοι Θεοτόκηδες, ακολουθώντας το μακρύ ρεύμα που έφερε τους πρόσφυγες στην υπό ενετική κατοχή Κρήτη, κατέφυγαν στο Ηράκλειο.



   Μέσα σε αυτή τη βυζαντινή παράδοση γεννήθηκε και έζησε τα πρώτα παιδικά του χρόνια ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος. Οι υπερήφανοι Αρχάγγελοι με τα τεράστια φτερά, τις στρατιωτικές βυζαντινές στολές και την αυστηρή ιερατική στάση, η πλατυτέρα των ουρανών με τη μελαγχολική φυσιογνωμία και τους μεγάλους στοχαστικούς οφθαλμούς, και οι άλλοι βυζαντινοί άγιοι των τοιχογραφιών και των φορητών εικόνων της μικρής εκκλησίας του Φόδελε, αποτέλεσαν το πρώτο θρησκευτικό και καλλιτεχνικό, συγχρόνως, περιβάλλον που του δημιούργησαν τις πρώτες ανεξίτηλες εντυπώσεις στη παιδική ψυχή του.
 
Λίγο αργότερα όταν το μικρό αρχοντόπουλο του Φόδελε μεγάλωσε κάπως, οι καλόγεροι του γειτονικού μοναστηριού του Αγίου Παντελεήμονα, μοναστήρι που εκείνη τη εποχή βρισκόταν σε πραγματική ακμή, δέχονταν ευχαρίστως το μικρό Δομήνικο και του παρείχαν τα πρώτα γράμματα και ίσως και καλλιτεχνικά μαθήματα. Δεν είναι απίθανο οι ίδιοι να οδήγησαν το Δομήνικο στις πρώτες καλλιτεχνικές του απόπειρες, να του έδειξαν τις πρώτες αρχές της βυζαντινής ζωγραφικής και να στερέωσαν στη ψυχή του βαθύτατα ριζωμένες καλλιτεχνικές κατευθύνσεις.



   Δεκαπέντε ή δεκαέξι ετών, ο Θεοτοκόπουλος στάλθηκε από τους γονείς του στο Ηράκλειο, όπου βρισκόταν τότε σε εξαιρετική ακμή το σιναίτικο μετόχι της Αγίας Αικατερίνης. Οι καλόγεροι του μοναστηριού αυτού ίδρυαν τότε μια γραμματική και καλλιτεχνική σχολή, η οποία επρόκειτο κατά τις επόμενες δεκαετίες να αποβεί περίφημη για την εθνική και θρησκευτική της δράση. Διδάσκαλοι οι οποίοι είχαν συμπληρώσει τις σπουδές τους στα πανεπιστήμια της Ιταλίας, διακριθέντες εκεί για τις γνώσεις τους και συνδεόμενοι με μεγάλους σοφούς της Δύσης, όπως π.χ. ο Ιάκωβος Μορζήνος, έδωσαν στον Δομήνικο τις πρώτες βάσεις της ευρύτατης εκείνης κλασικής και πνευματικής μόρφωσης.
 
   Μερικοί γνωστοί που βρέθηκαν εκείνη την εποχή κοντά στο Δομήνικο Θεοτοκόπουλο και ανέδειξαν την κρητική σχολή της βυζαντινής τέχνης, ήταν ο Ιερεμίας Παλλάδας, ο Άγγελος Ακοτάντος, ο Μιχαήλ Δαμασκηνός, ο Λαμπάρδος, ο Κλοντζάς και πολλοί άλλοι καλλιτέχνες.




Η ανήσυχη όμως ιδιοσυγκρασία του νέου ζωγράφου, η βαθιά συναίσθηση του εξαιρετικού του ταλέντου και η απεριόριστη φιλοδοξία του δεν άφησαν το Δομήνικο να μείνει ικανοποιημένος ούτε από τις σπουδές του στη Κρήτη, ούτε από την αυστηρά θρησκευτική τέχνη που είχε αποκτήσει ήδη όλα τα μυστικά της. Ήθελε να γνωρίσει τη λαμπρή τέχνη της ιταλικής Αναγέννησης.
 
Έφυγε έτσι γύρω στο 1560 για την Ιταλία , όχι όμως ως απλός μαθητευόμενος όπως τον δείχνουν οι μελετητές άλλα ως ένα πλήρως καταρτισμένος ζωγράφος της βυζαντινής τεχνης.
 
 
 


   Μέσα στο λαμπρό ενετικό περιβάλλον, ο νεαρός Δομήνικος, είχε καταληφθεί από το πόθο να απαλλαχθεί τελείως από τους δεσμούς της βυζαντινής του τέχνης διότι θεωρούσε πως οι κανόνες και η πειθαρχία της θα αποτελούσε εμπόδιο στη πραγματοποίηση των μεγάλων του φιλοδοξιών.
   Η νέα ιταλική τέχνη ασκούσε ακατανίκητο γόητρο στην ανήσυχη ψυχή του νεαρού ζωγράφου. Οι λεπτολόγοι τεχνίτες της σχολής του Μπασσάνο , οι οποίοι αντέγραφαν με εξαιρετική ικανότητα τη φύση, εισάγοντας στους πίνακες τους χίλιες δυο λεπτομέρειες, δε θα ανέχονταν ποτέ την αυστηρή πνευματικότητα της κρητικής σχολής. Επηρεασμένος έτσι από τη λεπτολογία των τεχνιτών αυτών εισάγει τις πρώτες του λεπτομερής συνθέσεις.
 
   Πολύ γρήγορα όμως, οι διδάσκαλοι αυτοί κοντά στους οποίους μαθήτευσε ο Δομήνικος  έπαψαν να ικανοποιούν τη πνευματική ανωτερότητα που τον χαρακτήριζε. Ο θαυμασμός του στράφηκε προς τον Τιτσιάνο τον μεγαλύτερο ευεργέτης της αναγεννησιακής τέχνης. Έπειτα από πολλές προσπάθειες ο νεαρός ζωγράφος κατάφερε να εισαχθεί ως μαθητευόμενος στο περίφημο εργαστήριο του Βίρι Γκράντε, όπου δεν άργησε να γίνει κάτοχος των μυστικών με τα οποία ο γέρων θαυματουργός επιτύγχανε τις τολμηρές του προοπτικές, τη νεανική εκείνη κι σφύζουσα από ζωή σάρκα.

Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος απέδωσε καλύτερα απ όλους την ανθρώπινη μεταφυσική αγωνία.
 
   Λίγο αργότερα ο Θεοτοκόπουλος, ο οποίος είχε ήδη αρχίσει να αποκαλείται ελ Γκρέκο και δεχόταν με περηφάνεια το επώνυμο αυτό, αισθάνθηκε ιδιαίτερο θαυμασμό για το ζωγράφο Ανδρέα Μέλντολλα, τον επιλεγόμενο Σκιαβόνε, αλλά και αυτή η επίδραση διήρκησε λίγο χρονικό διάστημα.
   Ο Θεοτοκόπουλος αναζητούσε παντού τις νέες εμπνεύσεις και τις νέες κατευθύνσεις που θα επέτρεπαν στο αναμφισβήτητο ταλέντο του να αναδειχθεί. Και όμως κανείς από αυτούς τους μεγάλους δασκάλους δεν ικανοποίησε το ζωγράφο διότι κανείς και καμία τεχνοτροπία δεν ανταποκρίνονταν στη ψυχοσύνθεση του και στις καλλιτεχνικές προδιαθέσεις που είχε δημιουργήσει ασυναίσθητα στο βάθος της ψυχής του η κληρονομικότητα και οι πρώτες ανεξίτηλες εντυπώσεις της νεότητας του.
 
Ο Θεοτοκόπουλος ήταν Χριστιανός Ορθόδοξος. Ωστόσο, όταν έφτασε στην Ιταλία για να μπορέσει να εργαστεί χωρίς να τον ενοχλεί η Ιερά Εξέταση, ασπάστηκε τον Καθολικισμό.
 

   Κατά τη παραμονή του στη Ρώμη καταβαλλόταν από τις ίδιες καλλιτεχνικές ανησυχίες, που αποδεικνύονται με τρία γνωστά εγγεγραμμένα γεγονότα. Το πρώτο επεισόδιο είναι εκείνο που αποκαλύπτει μια επιστολή του Κλόβιο, αφηγούμενο πως βρήκε μια ωραία μέρα τον Κρήτα ζωγράφο φίλο του ακίνητο στο κατάκλειστο δωμάτιο του, αρνούμενο να αντικρύσει το φως του ήλιου, διότι αναζητούσε το δικό του εσωτερικό φως.

  Ο Πάμπλο Πικάσο τον θεωρούσε «πατέρα». Για τον Βελάσκεθ ήταν ο εμπνευστής του.Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, ο Ελ Γκρέκο για Ιταλούς και Ισπανούς, που δεν μπορούσαν να προφέρουν το όνομά του, κατάφερε να συνδυάσει με επιτυχία πολλές τεχνοτροπίες στη ζωγραφική.
 χωρίς να ξεχάσει ποτέ την κρητική του καταγωγή, πάντα υπέγραφε τους πίνακες του στα ελληνικά με βυζαντινούς χαρακτήρες: «Δομήνικος Θεοτοκόπουλος ο Κρης εποίει».

 

   Το δεύτερο επεισόδιο είναι εκείνο που αφηγείται ο σύμβουλος του πάπα Ουρβάνου του Ζ' Ιούλιος Μαντσίνι, το επεισόδιο της τολμηρής εκείνης βεβαίωσης του Θεοτοκόπουλου, την οποία οι σύγχρονοι του έκριναν ως ιεροσυλία, κατά την οποία ισχυριζόταν πως αν κατέστρεφαν όλες τις τοιχογραφίες του Μιχαήλ Άγγελου στη Καπέλλα Σιξτίνα του Αγίου Πέτρου, ο ίδιος ήταν σε θέση να τις αντικαταστήσει με έργα ευλαβέστερα που δε θα στερούνταν τη τέχνη. Το τρίτο επεισόδιο είναι το αποτέλεσμα του δεύτερου, η αποξένωση δηλαδή μετά τη δήλωση αυτή, εναντίον του αγαπημένου τους καλλιτέχνη, όπου προκάλεσε πολλές αντιδράσεις και σταδιακά ο Θεοτοκόπουλος αποκλείστηκε από αρκετούς καλλιτεχνικούς κύκλους.




 
   Ο Θεοτοκόπουλος έμεινε στην Ρώμη για επτά χρόνια και κατά τη διαμονή του εκεί, είχε διεύρυνει τον καλλιτεχνικό του κύκλο, γνωρίζοντας πολλούς διανοούμενους και ζωγράφους της εποχής.Η αρνητική δήλωση του Θεοτοκόπουλου για την «Καπέλα Σιξτίνα» ήταν ο λόγος που εγκατέλειψε την αιώνια πόλη.
 






 
 
   Το 1575 ξέσπασε επιδημία πανώλης στη Ρώμη και λίγο αργότερα στη Βενετία. Πολλοί είδαν τον Θεοτοκόπουλο και άλλους μη Ιταλούς ζωγράφους ως εξιλαστήριο θύμα και το κλίμα έγινε αφόρητο γι αυτούς. Ο Ελ Γκρέκο έχοντας γνωρίσει αρκετούς Ισπανούς ζωγράφους, βρήκε καταφύγιο στην Μαδρίτη.
 


   Το 1577 μαζί με αρκετούς ακόμη καλλιτέχνες, ο Γκρέκο κατέφθασε στην Μαδρίτη.
Ξεκίνησε να εργάζεται στην διακόσμηση του βασιλικού Μοναστηριού Εσκοριάλ, που ήταν η κατοικία του Βασιλιά Φιλίππου Β’ της Ισπανίας.
Ο τρόπος ζωγραφικής βέβαια δεν ενθουσίασε τον Φίλιππο Β’ με αποτέλεσμα να παραγκωνίσει τον Θεοτοκόπουλο.
    Πικραμένος ο Ελ Γκρέκο ένα χρόνο αργότερα ταξίδεψε στο Τολέδο.
 
 
 
 
   Ο Θεοτοκόπουλος έμεινε στο Τολέδο 37 χρόνια, μέχρι τον θάνατό του.Το έργο του στην ισπανική πόλη έφτασε στο αποκορύφωμά του. Ο Θεοτοκόπουλος φιλοτέχνησε θαυμαστά έργα, εμπνευσμένα από θρησκευτικά μοτίβα. Με μοναδικό τρόπο συνδύασε τη βυζαντινή ζωγραφική με τον ισπανικό μανιερισμό.
 
 
   Έχοντας γνωρίσει αρκετούς μοναχούς και δεδομένου ότι εκείνη την εποχή το Τολέδο άτυπα αποτελούσε το θρησκευτικό κέντρο της χώρας, ο Γκρέκο δέχτηκε αρκετές παραγγελίες, ώστε να φιλοτεχνήσει με τα έργα του κυρίως εκκλησίες και ιδρύματα της πόλης. Ο ναός του Αγίου Δομίνικου φιλοξένησε πολλούς πίνακές τους, όπως και το Εσκοριάλ και η μητρόπολη του Τολέδου.



   Μέσα σε είκοσι χρόνια είχε ζωγραφίσει πολλά και μεγάλα έργα, όπως η «Ανάληψη της Θεοτόκου», «Η Αγία Τριάδα», «Η Ανάσταση του Σωτήρος» κλπ. Ο βασιλιάς Φίλιππος, αναγνωρίζοντας τελικά την αξία του Θεοτοκόπουλου, χρηματοδότησε πολλά έργα του δημιουργού, με κυριότερο «Το μαρτύριο του Αγίου Μαυρικίου και της θηβαϊκής λεγεώνας».

 

   Το 1578  γεννήθηκε ο γιος του Χόρχε Μανουέλ (Jorge Manuel), καρπός του έρωτα του ζωγράφου με τη δόνα Χερόνιμα ντε λας Κουέβας (Jeronima de lasCuevas). Το ζευγάρι έμεινε μαζί, αλλά δεν παντρεύτηκε ποτέ. Ο Χόρχε ακολούθησε τα βήματα του πατέρα του και τα τελευταία χρόνια της ζωής του Θεοτοκόπουλου εργάστηκαν μαζί.
 
Ο Θεοτοκόπουλος υπήρξε ο πρώτος καλλιτέχνης που εξαιρέθηκε από τη φορολογία στην Ισπανία.
Το 1606 αρνήθηκε να πληρώσει φόρους, επειδή θεωρούσε πως ο ζωγράφος είναι ελεύθερο επάγγελμα.
 
 
 
   Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος πέθανε στις 7 Απριλίου του 1614 σε ηλικία 73 ετών. Αν και ήθελε να γυρίσει στην γενέτειρα του, τάφηκε στην εκκλησία Σάντο Ντομίνγκο ντε Αντίκγουο στο Τολέδο, στον οικογενειακό τάφο όπου είχε ζωγραφίσει το έργο «Προσκύνηση των Μάγων».
 
 
 
   Υφολογικά, η τεχνοτροπία του Ελ Γκρέκο θεωρείται έκφραση της Βενετικής Σχολής και του μανιερισμού όπως αυτός διαμορφώθηκε στο δεύτερο μισό του 16ου αιώνα. Παράλληλα χαρακτηρίζεται από προσωπικά στοιχεία, προϊόντα της τάσης του για πρωτοτυπία, τα οποία όμως δεν βρήκαν μιμητές στην εποχή του, γεγονός που δεν ευνόησε και τη συνέχειά τους.
 

   Η μπαρόκ τεχνοτροπία που εκτόπισε τον μανιερισμό, αλλά και τα αμέσως μεταγενέστερα καλλιτεχνικά ρεύματα που δεν αντιμετώπισαν ευμενώς το ύφος του, είχαν ως αποτέλεσμα να αγνοηθεί το έργο του Γκρέκο τους επόμενους αιώνες.
Το κύριο σώμα του έργου του στην Ιταλία και στην Ισπανία.
 




   Στη διάρκεια του 20ού αιώνα, αναγνωρίστηκε ως πρόδρομος της μοντέρνας τέχνης που αξιοποίησε στοιχεία της Ανατολικής και Δυτικής παράδοσης, και το έργο του επανεκτιμήθηκε, διατηρώντας μέχρι σήμερα δεσπόζουσα θέση ανάμεσα στους μείζονες ζωγράφους όλων των εποχών.








 
 
.




 


 





 





 








 
 
 
 
 
 copyright Έλενα Παπάζη
 
 
 

Τετάρτη 19 Απριλίου 2017

Ο Θεόδωρος Πουλάκης και η επίδραση της χαλκογραφίας στη τέχνη του

   Ο καλλιτέχνης επηρεάστηκε αποφασιστικά από τη δυτική τέχνη. Το έργο του διακρίνεται από τη καλλιγραφική ακριβολογία στην εκτέλεση και την έκδηλη αγάπη στην απόδοση των λεπτομερειών.
   Ο σημαντικότατος ζωγράφος, γεννημένος το 1617, καταγόμενος από τα Χανιά (εκ Κυδωνία Κρήτης, όπως την αναφέρει ο ίδιος σε υπογραφή έργου του), έμεινε κατά διαστήματα στην Κέρκυρα, όπου και πέθανε από ελονοσία το 1962 και ετάφη στο ναό του Αγίου Σπυρίδωνος.

Το προπατορικό αμάρτημα, Θεόδωρος Πουλάκης

   Τα περισσότερα έργα του είναι επηρεασμένα από φλαμανδικές χαλκογραφίες όπως η Ανάληψη του προφήτη Ηλία (1) που αντιγράφει χαλκογραφία του Jan Sadeler. Την ταυτότητα του αφιερωτή που εμφανίζεται γονατιστός σε μικρή κλίμακα, φανερώνει η ακόλουθη επιγραφή: Κρης Σωφρόνιος Φασκόμηλος Ηλία τηνδ' εικόν αφοσιοί γούνατα κάμπτων. Ξέρουμε ότι ο ιερομόναχος Σωφρόνιος Φασκόμηλος ήταν εφημέριος του ναού του Προφήτη Ηλία στη Κορακιάνα.

(1) Η Ανάληψη του Προφήτη Ηλία, Θεόδωρος Πουλάκης

Χαλκογραφία του Jan Sadeler , Η Ανάληψη του Προφήτη Ηλία


   Μια ακόμη αντιγραφή χαλκογραφίας του Jan Sadeler από τον Θεόδωρο Πουλάκη είναι "Η Κιβωτός του Νώε" που βρίσκεται στο ελληνικό ινστιτούτο της Βενετίας. (2)

Xαλκογραφία του Johannes (Jan) Sadeler , Η Μετάβαση των Ζώων στη Κιβωτό
(2) Ο Νώε τοὺς ἰδίους συγγενεῖς καὶ τὰ ζώα
εἰς τὴν Κιβωτὸν εἰσάγων" , Θεόδωρος πουλάκης

   Ιδιαίτερο κερκυραϊκό ενδιαφέρον παρουσιάζει η εικόνα που έχει αφιερώσει στην εκκλησία της Παναγίας στο λιμάνι της Κασσιώπης, (3) στο βορειοδυτικό άκρο του νησιού, όπου επόδιζαν τα καράβια που έπλεαν προς την Αδριατική όταν συναντούσαν τρικυμία. Τη Παναγία της Κασσιώπης επικαλούντο  συχνά η ναυτικοί σε ώρα κινδύνου, όπως μαρτυρείται από διάφορες εικόνες που εξιστορούν θαυματουργή διάσωση.
(3) Η Παναγία Η Κασσωπίτρα και το Θαύμα της ανάβλεψης του τυφλού, Θεόδωρος Πουλάκης
 
 Ο Πουλάκης που κινδύνευσε να πνιγεί ταξιδεύοντας το 1671 από τη Κέρκυρα στη Βενετία, φιλοτέχνησε σε ανάμνηση της σωτηρίας του εικόνα της Παναγίας της Κασσωπίτρας, στο κάτω μέρος της οποίας παριστάνεται το θαύμα της αναβλέψεως εκεί ενός τυφλού το 1535, για το οποίο έχει συγγραφεί και ιδιαίτερη ακολουθία.

Η Λάρνακα του Αγίου Σπυρίδωνος, Θεόδωρος Πουλάκης

  Τα έργα του συνδέουν την παράδοση της Κρητικής Σχολής με σύγχρονα δυτικά ρεύματα, κάτι που επηρέασε τη μετέπειτα γενιά της τοπικής ζωγραφικής του 18ου αιώνα, τη λεγόμενη Επτανησιακή σχολή.

Τα Πάθη του Χριστού και η Ανάσταση, Θεόδωρος Πουλάκης


Δαβίδ, Θεόδωρος Πουλάκης

   Θεωρείται από τα αξιολογότερα μέλη (μαζί με τον Εμμανουήλ Τζάνε) της τελευταίας περιόδου της Κρητικής Σχολής.
 
Γενέσιο του Ισαάκ, Θεόδωρος Πουλάκης
 
   Ο Θεόδωρος Πουλάκης πέρασε μεγάλα διαστήματα στη Κέρκυρα ανάμεσα στα ταξίδια του στη Βενετία και στα άλλα νησιά του Ιονίου και θα πεθάνει στη πόλη στα 1692, όπως σημειώνεται στο βιβλίο θανάτων του Αγίου Σπυρίδωνος, σε ηλικία 75 ετών από ''θέρμη κοντινουα'', όπως ονόμαζαν τότε την ελονοσία.
 





copyright Έλενα Παπάζη

 Βιλιογραφία:

  • Βοκοτόπουλος 1990, σελ. 131-133
  • Πανελλήνιον Λεύκωμα Εθνικής Εκατονταετηρίδος 1821-1921 : Η χρυσή βίβλος του ελληνισμού. Τόμος Δ' Καλλιτεχνία
  • Ο περίπλους των εικόνων



 

Παρασκευή 14 Απριλίου 2017

Ο αγιογράφος Ιωάννης Μόσχος και η λεπτομέρεια των προσώπων


Η Σταύρωση, Ιωάννη Μόσχου, 1711


  Ο Ιωάννης Μόσχος καταγόταν από το Ρέθυμνο, αλλά είχε εγκατασταθεί μόνιμα στη Βενετία. Το όνομα του αναφέρεται για πρώτη φορά το 1657 στην εγγραφή του γάμου του στο βιβλίο της ελληνικής εκκλησίας της Βενετίας. Φιλοτέχνησε αρκετά έργα διαφορετικής καλλιτεχνικής αξίας, τα σημαντικότερα από τα οποία είναι μια εικόνα της Θεοτόκου που βρίσκεται στη Μονή του Σινά(1680), ο Άγιος Δονάτος(1714), η Κοίμηση της Θεοτόκου και ο Άγιος Νικόλαος. Έργα του υπάρχουν επίσης στη μονή της Αγίας Βατού, στη πινακοθήκη του Βατικανού, στο μουσείο Μπενάκη, στο βυζαντινό μουσείο Αθηνών, στο σύλλογο ελληνικής κοινότητας της Βενετίας, στο Αρχιεπισκοπείο της Κέρκυρας, στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου στα Επισκοπιανά της Κέρκυρας κ.α. 
Ο Άγιος Δονάτος και σκηνές του βίου του
   Η τέχνη του Ιωάννη διέφερε από τον, επίσης, αγιογράφο πατέρα του. Ωραιότατα έργα του εικονίζουν το βίο και τα θαύματα του Χριστού, και φυλάσσονται σε ιδιωτικές συλλογές. Ένα από τα πιο γνωστά έργα του είναι ο Άγιος Δονάτος με σκηνές του βίου του.  Έχει αγιογραφήσει την εκκλησία του Αγίου Αρσενίου στις Ριγγλάδες Κέρκυρας.
   Οι μικρογραφικές συνθέσεις του πρωτοτυπούν, διότι δεν διατηρεί το σχέδιο, αλλά επεξεργάζεται άριστα το πρόσωπο. Παράδειγμα αυτής της τέχνης είναι μια εικόνα της Αγίας Αικατερίνης που φέρει την επιγραφή<< ποίημα Ιωάννου Μόσχου>>.
   Κοντά του μαθήτευσε ο αγιογράφος Δαμηστράς όπου διδάχθηκε τη τέχνη της ζωγραφικής για έξι συνεχόμενα έτη.




copyright Έλενα Παπάζη



Ηλίας Μόσχος στα χνάρια της αγιογραφίας


   Στη Ζάκυνθο φαίνεται γνωστός από το έτος 1634. Εκεί ζωγράφησε μεγάλες εικόνες στο ναό του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου στο φρούριο. Ο Ηλίας Μόσχος υπήρξε επίσης και άριστος ξυλόγλυπτης.

   Ο αγιογράφος Ηλίας Μόσχος(1634-87), υπήρξε διδάσκαλος του θεμελιωτή της επτανησιακής τέχνης Παναγιώτη Δοξαρά. Ο Ηλίας ή Λέο Μόσχος καταγόταν από το Ρέθυμνο της Κρήτης και άκμασε κατά το δεύτερο ήμισυ του 17ου αιώνα. Ο Ρεθύμνιος ζωγράφος, εργάστηκε στη Ζάκυνθο – (στην οποία είναι γεγονός ότι στράφηκε το μεγαλύτερο κύμα των προσφύγων από την Κρήτη) – ενσωματώνοντας και αυτός στην εικονογραφία των έργων του άφθονα δυτικά στοιχεία.

Η Ανάσταση, Ηλία Μόσχου, 1679
 
 Ο αγιογράφος φιλοτέχνησε μικρές και μεγάλες εικόνες, για εκκλησίες, για μοναστήρια καθώς και για Έλληνες ή Βενετούς ιδιώτες και άρχοντες, ενώ στον ίδιο αποδίδονται και οι τοιχογραφίες της Μονής Σκοπιώτισσας, στη Ζάκυνθο. Ήταν άριστος συνθέτης που με χρωματισμούς διέφυγε τα στερεότυπα της βυζαντινής αγιογραφίας. Είχε τέχνη απλογραμμική, με την οποία συνέθετε πολύπλοκες παραστάσεις. Η χρυσοκονδυλιά του απέδιδε χάρη στις εικόνες του.
Άγιος Κωνσταντίνος, Ηλία Μόσχου, 1678
 
   Η τεχνική του εντάσσεται στην παράδοση των Κρητικών ζωγράφων της εποχής του, αλλά εμφάνισε και αρκετά στοιχεία διαφοροποίησης, όπως η σταθερότητα της τεχνοτροπίας του, γνώρισμα προερχόμενο από την ιταλική τέχνη του μπαρόκ. Στον Μόσκο αποδίδεται, για παράδειγμα, η δημιουργία του τύπου της Ανάστασης κατά τα δυτικά πρότυπα, ο τύπος του Ίδε ο Άνθρωπος, καθώς και η απεικόνιση των αγγέλων που ανυψώνουν τον Χριστό και τα σύμβολα του πάθους, θέματα με περιπαθείς μορφές, τα οποία διαδόθηκαν και καταγράφηκαν ως βασικά χαρακτηριστικά της ζακυνθινής ζωγραφικής του 18ου αι.
 

Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, Ηλία Μόσχου




Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, του μαθητή του Λέο Μόσχου, Παναγιώτη Δοξαρά. Η μόνη ομοιότητα που μπορούμε να διακρίνουμε στις δύο μορφές του Αρχάγγελου ανάμεσα σε μαθητή και διδάσκαλο είναι η στάση του σώματος στη σκηνή που εκτυλίσσεται στην εικόνα καθώς το ύφος η τεχνική και η λεπτομέρεια του Παναγιώτη Δοξαρά φαίνεται επηρεασμένη από την ιταλική τεχνοτροπία που δείχνει τα πρόσωπα πιο κοντά στη φυσική τους κατάσταση ,ενώ στο έργο του Ηλία Μόσχου επικρατεί η βυζαντινή παραδοσιακή τεχνοτροπία με πινελιές της ιταλίζουσας ζωγραφικής.
 

  Σημαντικό γνώρισμα της τεχνοτροπίας του Μόσκου, ήταν η απόδοση ιταλικών φιγούρων, αρμονικά ενταγμένων στο σκηνικό παραδοσιακών τοπίων, με τη συνδρομή της κρητικής τεχνικής. Η μεικτή και συμβιβαστική τέχνη που προέκυπτε από την παραπάνω σύνθεση χαρακτηριστικών αντιστοιχούσε απόλυτα στη μεικτή κοινωνία όπου ζούσε ο Μόσκος. Η αβρότητα του χρώματος, η ευγένεια του σχεδίου, καθώς και η μικρογραφική του επιτηδειότητα επιβεβαιώνει την επίδραση που δέχτηκε το έργο του από τον ζωγράφο Γεώργιο Κλότζα. Έργα του σώζονται σε ιδιωτικές συλλογές και μουσεία.




copyright Έλενα Παπάζη


Βιβλιογραφία:

  • Φ. Πιομπίνος Έλληνες αγιογράφοι
  • Εγκυκλοπαίδεια Ήλιος

 

Πέμπτη 13 Απριλίου 2017

Ο ζωγράφος Διονύσιος Βέγιας

Χορός στη Κέρκυρα

Γεννήθηκε στην Κεφαλονιά το 1810. Ακολούθησε την ακαδημαϊκή σχολή της ζωγραφικής με επιρροή από την ιταλική ζωγραφική.

Πορτρέτο

   Σπούδασε αρχικά κοντά στο γλύπτη Παύλο Προσαλέντη και στη συνέχεια μετέβη στην Ιταλία και συγκεκριμένα στη Ρώμη για να σπουδάσει ζωγραφική στη ακαδημία του Αγίου Λουκά, με δαπάνη των Ιονίων Νήσων, όπου και διακρίθηκε.

  Παρέμεινε για ένα διάστημα στην Ιταλία και ασχολήθηκε με αντιγραφές σπουδαίων αναγεννησιακών έργων στη Φλωρεντία, είδος ζωγραφικής συχνά προσοδοφόρο για τους καλλιτέχνες της εποχής.

Δανάη, 1870

 
Το 1839 επέστρεψε στην Κέρκυρα και δίδαξε ιχνογραφία στην Καλλιτεχνική Σχολή, όπου διαδέχθηκε στην διεύθυνση της σχολής τον διδάσκαλο του Παύλο Προσαλέντη στη συνέχεια. Αντιστοίχως, δίδαξε σκιαγραφία στο Λύκειο Κερκύρας. Συμμετείχε στη Διεθνή Έκθεση Λονδίνου (1862) και στα Ολύμπια (1875) και υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Αναγνωστικής Εταιρείας Κέρκυρας.
Το ζωγραφικό του έργο περιλαμβάνει προσωπογραφίες, ιστορικές σκηνές, αγιογραφίες και μυθολογικές σκηνές («Δανάη», 1870), κατηγορία σχετικά σπάνια στην Επτανησιακή τέχνη. Επηρεάζεται από την ιταλική ζωγραφική και εμμένει στην εξιδανίκευση των μορφών και στον ιδεαλιστικό χαρακτήρα της απόδοσής τους.


Πορτρέτο του Μαρίνου Βέγια

Ο πίνακας του << Η Δέσπω παραδίδουσα εαυτήν και τους οικείους της εις τα φλόγας >> βραβέυθηκε στην έκθεση του Λονδίνου και δωρίσθηκε στον βασιλιά Γεώργιο. Έκανε τις προσωπογραφίες πολλών προέδρων της Ιονίου Βουλής και του αρμοστή Σιζωνος. Τιμήθηκε με το δίπλωμα και το παράσημο του Σωτήρος.
Απεβίωσε στη Κέρκυρα το1884.



copyright Έλενα Παπάζη


Βιβλιογραφία :

Δε Βιάζης Σπυρίδων
Εγκυκλοπαίδεια Ήλιος


 

Τετάρτη 12 Απριλίου 2017

Εμμανουήλ Λαμπάρδος, Οι δύο ομώνυμοι ζωγράφοι και το κοινό τους εργαστήριο

Η Σταύρωση του Χριστού, 1653
   Το επώνυμο Λαμπάρδος το συναντάμε σε δύο αγιογράφους στο τέλος του 16ου αιώνα και των αρχών του 17ου. Διατήρησαν και οι δύο την βυζαντινή παράδοση ελάχιστα επηρεασμένη από την ιταλική τεχνοτροπία και φιλοτέχνησαν πολλές εικόνες, ιδίως στους ναούς των επτανήσων.
 
   Ήταν μέλη μεγάλης, αριθμητικά,  οικογένειας ζωγράφων από το Ρέθυμνο ,που εργάζονταν, όμως, στο Ηράκλειο της Κρήτης, όπως προκύπτει από νοταριανά έγγραφα. Ο πρώτος Εμμανουήλ Λαμπάρδος ήταν θείος του μεταγενέστερου Εμμανουήλ Λαμπάρδου και φιλοτεχνούσαν μαζί στο κοινό εργαστήριο μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Τα μέλη της οικογένειας που γνωρίζουμε για τη τέχνη που ασκούσαν είναι Νικολός Λαμπάρδος ιερέας και πατέρας του πρεσβύτερου Εμμανουήλ, ο Τζάνης Λαμπάρδος -αδερφός του πρεσβύτερου και πατέρας του νεότερου Εμμανουήλ-, Μαρής, Τζώρτζης, Νικολός και Σταμάτης Λαμπάρδος.
 
Μη μου άπτου
 
Ο Χριστός, πρώτο μισό του 17ου αιώνα

Η δραστηριότητα των δύο ομώνυμων ζωγράφων συμπίπτει το διάστημα 1631. Ο πρεσβύτερος γιος του ιερέα Νικολάου μνημονεύεται από το 1587 έως το 1631, ενώ η παρουσία του νεότερου τεκμηριώνεται από το 1623 έως το 1664.
 
  Στα έργα τους παρουσιάζονται πολλές ομοιότητες ,καθώς  εργάζονταν  στο ίδιο εργαστήριο και η διδαχή της που έλαβαν και έδωσαν για τη πολύτιμη τέχνη τους ήταν σαν μια κληρονομιά της οικογένειας από γενιά σε γενιά. Στα έργα του Εμμανουήλ οι κριτικοί διαβλέπουν μια επιστροφή σε παλαιολόγεια και πρώιμα κρητικά πρότυπα. Η σταθερή υψηλή ποιότητα των έργων με την υπογραφή Λαμπάρδου και ο σημαντικός αριθμός έργων που σώζονται μαρτυρούν καλά οργανωμένο και παραγωγικό εργαστήριο. Ο κοινός τύπος υπογραφής των δύο ομώνυμων ζωγράφων πιθανότατα αποτελούσε για την ευρεία πελατεία τους μια εγγύηση ποιότητας, ένα σήμα κατατεθέν του εργαστηρίου και γενικότερα όλων των μελών της οικογένειας.

Θεοτόκος Γλυκοφιλούσα, 1609
 

Η Γέννηση






copyright Έλενα Παπάζη


Βιβλιογραφία:

  • Εθνικό κέντρο τεκμηρίωσης
  • Δελτίο της Χριστιανικής και Αρχαιολογικής εταιρίας
  • Μουσείο Αντιβουνιώτισσας