Πέμπτη 2 Μαρτίου 2017

Μπαρόκ Η Έξαρση Των Συναισθημάτων

  Ο καλλιτεχνικός αυτός ρυθμός εγκαινιάσθηκε στη διακοσμητική κυρίως υπό του Μιχαήλ Άγγελου, θέλοντας να ποικιλήσει και να δώσει μια ιδέα κίνησης στη κλασική σοβαρή ευθυγράμμιση των πρώτων λιτών αρχιτεκτονικών έργων της Αναγέννησης με διάρκεια από το 16ο έως τα μέσα του 18ου αιώνα όπου και παρουσιάστηκαν στη Γαλλία τα πρώτα βήματα του διαδεχθέντος ρυθμού Ροκοκό.


 
   Όταν οι μαθητές του Μιχαήλ Άγγελου περπατώντας στα ίχνη του του μεγάλου τους δασκάλου, μετέφεραν και τόνισαν στις τέχνες, ότι εκείνος εισήγαγε στη διακοσμητική πριν απ' όλους . Κύρια χαρακτηριστικά είναι η υπερβολή, μια σχετική αυθαιρεσία έναντι των καθιερωμένων. Η τάση της περιφρόνησης στα προχαραγμένα όρια, μια ροπή προς το παράδοξο και το ασυνήθιστο.
   Στην αρχιτεκτονική το φόρτο των προσόψεων είναι εμφανές. Στη ζωγραφική διαφαίνονται τα πρώτα ίχνη του νατουραλισμού, ο οποίος μόνο προσωρινά πρόκειται να αναχαιτιστεί από το λεπτό πνεύμα και τη κομψότητα του ροκοκό.



 Ο όρος "Μπαρόκ" προέρχεται πιθανόν από την ισπανική λέξη "barroco", που σημαίνει "ακανόνιστο μαργαριτάρι".Με τον όρο Μπαρόκ (Baroque) αναφερόμαστε στην ιστορική περίοδο 1600 - 1750 που ακολούθησε την Αναγέννηση -ειδικότερα τον Μανιερισμό- το καλλιτεχνικό ύφος που διαμορφώθηκε την περίοδο αυτή. Το ύφος του Μπαρόκ αποτέλεσε ένα νέο τρόπο έκφρασης που γεννήθηκε στη Ρώμη  της Ιταλίας, απ' όπου εξαπλώθηκε σχεδόν σε ολόκληρη την Ευρώπη.
 
 
   Χαρακτηρίστηκε από ένα έντονο δραματικό και συναισθηματικό στοιχείο, ενώ εφαρμόστηκε κυρίως στην αρχιτεκτονική, τη γλυπτική και τη ζωγραφική, αλλά συναντάται παράλληλα και στη λογοτεχνία  τη μουσική. Αναφέρεται στην καλλιτεχνική και την πνευματική δημιουργία (λογοτεχνία, μουσική, εικαστικές τέχνες) η οποία εμφανίζεται την περίοδο μετά την Αναγέννηση και έως την εποχή του Διαφωτισμού, δηλαδή από το 1600 έως το 1717 περίπου. Ο όρος "Μπαρόκ" αποδόθηκε, αρχικά, με αρνητική σημασία στα έργα του 17ου αιώνα στα οποία ο καλλιτέχνης δεν τηρούσε τους κανόνες των αναλογιών, αλλά αντίθετα ακολουθούσε μια εκφραστική ελευθερία. Αργότερα χρησιμοποιήθηκε για να προσδιορίσει την τέχνη της συγκεκριμένης αυτής εποχής με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της.

 
  Σκοπός του μπαρόκ είναι πρωτίστως να εντυπωσιάσει καθώς και να εξυψώσει τον άνθρωπο μέσα από τα πάθη και τα συναισθήματά του. Σε αντίθεση με τις ιδεολογικές αρχές του ρομαντικού κινήματος, ο άνθρωπος δεν εκλαμβάνεται ως μονάδα αλλά ως μέρος ενός συνόλου.
 
  Στο μπαρόκ ύφος, σε συμφωνία με το φιλοσοφικό ρεύμα της εποχής, υπάρχουν έντονα τα στοιχεία του ορθολογισμού χωρίς όμως να αποκλείονται και οι συμβολισμοί. Ο όρος ως επίθετο δηλώνει γενικά την έννοια του ασυνήθιστου ή παράδοξου. Η επιτυχία του Μπαρόκ οφείλεται σε ένα μεγάλο βαθμό και στην στήριξη της Καθολικής εκκλησίας, η οποία χρησιμοποίησε την τεχνοτροπία του και το δραματικό του ύφος για την αναπαράσταση πολλών θρησκευτικών θεμάτων που προκαλούσαν την συναισθηματική συμμετοχή του θεατή. Επιπλέον, η αριστοκρατία της εποχής και η βασιλική εξουσία ευνοήθηκε από το επιβλητικό ύφος του μπαρόκ για την κατασκευή ανάλογων κτιρίων ή παλατιών που ενίσχυαν το κύρος της.
   Σε χώρες με έντονη παρουσία του προτεσταντικού κινήματος, όπως η Ολλανδία ή η Αγγλία, το μπαρόκ δεν κατάφερε να επικρατήσει.

 
   Κατά την περίοδο αυτή ο καθολικός κόσμος της Δύσης χωρίστηκε στα δύο: Μεταρρύθμιση και Αντιμεταρρύθμιση είναι οι δύο όροι που χρησιμοποιούνται για να ορίσουν την επανάσταση των διαμαρτυρομένων κατά της Καθολικής Εκκλησίας και την αντίδραση των καθολικών αντίστοιχα.

   Κατά το 17ο αιώνα η παπική Ρώμη ήταν η κοιτίδα του Μπαρόκ, το οποίο στη συνέχεια εξαπλώθηκε σε όλη την Ευρώπη μέχρι και τη Λατινική Αμερική με τη βοήθεια διάφορων θρησκευτικών ταγμάτων, και κυρίως του τάγματος των Ιησουιτών.   Βασικές έννοιες και κυριότερα χαρακτηριστικά της τέχνης του Μπαρόκ η αναγεννησιακή θεώρηση της τέχνης - σύμφωνα με την οποία η τέχνη είναι αναπαράσταση και μίμηση της πραγματικότητας που ακολουθεί τους αυστηρούς κανόνες των αναλογιών και των αρμονικών σχέσεων - είχε εγκαταλειφθεί από την εποχή του Μανιερισμού.
 
   Κατά την περίοδο του Μπαρόκ η επαφή με τη φύση είχε ως στόχο την έξαρση των συναισθημάτων του θεατή. Τώρα η τέχνη μιμείται τη φύση, αλλά δεν έχει ως στόχο να παρουσιάσει στο θεατή το αντικείμενο, τον κόσμο, αλλά να τον εντυπωσιάσει, να τον συγκινήσει, να τον πείσει.


  Ο καλλιτέχνης, χρησιμοποιώντας τη φαντασία του, μπορεί να οδηγηθεί στην  απελευθέρωση από τα επιβεβλημένα όρια που έθετε η Αναγέννηση και στην πεποίθηση ότι κάτι μη πραγματικό μπορεί να γίνει πραγματικότητα. Η τέχνη θεωρήθηκε ως μια ανθρώπινη δημιουργία που μπορούσε να αποτελέσει το συνδετικό κρίκο ανάμεσα στη γη και τον ουρανό, ανάμεσα στο πραγματικό και το ιδεατό, χάρη στην καλλιτεχνική ικανότητα του ανθρώπου.
  Στα έργα της περιόδου αυτής ο χώρος γίνεται πολύπλοκος, οι μορφές παρουσιάζουν κινητικότητα και ροή, και γενικά αυτό που επιδιώκεται είναι η σύνθεση αντίθετων στοιχείων, όπως το κοίλο και το κυρτό ή το φωτεινό και το σκοτεινό. Τα χρώματα είναι έντονα, ενώ τα παιχνίδια της σκιάς και του φω τός αποκτούν μεγάλη σημασία.


    Η σύνθεση της μορφής καθορίζεται από την κίνηση και την έκφραση και όχι από τις αναλογίες. Το βλέμμα του θεατή, για να αντιληφθεί το έργο, υποχρεώνεται να παλινδρομεί από το πρώτο επίπεδο στο βάθος του τρισδιάστατου χώρου και να "καθυστερεί" στη θέαση των πολύπλοκων λεπτομερειών του έργου.
 
    Κυρίαρχο στοιχείο της τέχνης του Μπαρόκ είναι η έξαρση των συναισθημάτων, η επιβλητικότητα και η υπερβολή. Το ύστερο Μπαρόκ μπλέκεται χρονικά με το Ροκοκό, με το οποίο έχει πολλά κοινά στοιχεία.

 
    Στα κράτη όπου κυριάρχησε ο Καθολικισμός η Εκκλησία απέκτησε δύναμη και συνδέθηκε με την πολιτική εξουσία. H Καθολική Εκκλησία θεώρησε ότι η τέχνη μπορούσε να γίνει μέσο προώθησης των επιδιώξεών της και συνεπώς έπρεπε να είναι κατανοητή από όλο τον κόσμο.



 
 
 
Αρχιτεκτονική

 
     
   Στην αρχιτεκτονική του Μπαρόκ η γλυπτική και η ζωγραφική έχουν πολύ μεγάλη σημασία. Τα κτίρια διακοσμούνταν με ζωγραφικές παραστάσεις και γλυπτά. Γενικά, κάθε αρχιτεκτονικό στοιχείο -κίονες, εσοχές ή εξοχές- αξιοποιήθηκε ως διάκοσμο από τις άλλες τέχνες. Οι προσόψεις διαμορφώθηκαν με πολλές καμπυλόγραμμες επιφάνειες. Οι διάφοροι όγκοι τοποθετήθηκαν σε ιεραρχημένα σύνολα, ενώ ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην πρόσοψη των κτιρίων, η οποία δεν ήταν παράλληλη με το δρόμο, αλλά δημιουργούσε μια επιφάνεια κυματοειδή, με πολλές διακυμάνσεις στο χώρο.
 



 
 
 
 
 
 
 



Ζωγραφική
 
   Αποτελεί δύσκολο εγχείρημα να υπαγάγει κανείς στον όρο Μπαρόκ τη ζωγραφική του 17ου αιώνα. Αντίθετα με το Μανιερισμό, που απευθυνόταν με το εξεζητημένο ύφος και την επιλογή των θεμάτων του σε μια μορφωμένη μερίδα της κοινωνίας, το Μπαρόκ είναι μια τέχνη κατανοητή από όλους. Ζωγράφοι με διαφορετική τεχνοτροπία και με διαφορετικά πολιτισμικά ερεθίσματα αναζήτησαν τον εκφραστικό πλούτο ξεκινώντας από τους μεγάλους αναγεννησιακούς καλλιτέχνες και επιδίωξαν να μετατρέψουν την απλότητα σε δύναμη και την αρμονία σε ένταση του χρώματος και του φωτός. Με την προοπτική, τη θεατρικότητα των μορφών, την τονισμένη εναλλαγή φωτός και σκιάς, οι μορφές ξεπηδούν σχεδόν ανάγλυφες από τα έργα των ζωγράφων και το μυστήριο διαχέεται σε όλη την επιφάνεια του πίνακα.





    Ο Μιχαήλ Δαμασκηνός, ο Εμμανουήλ Τζάνες, ο Παναγιώτης Δοξαράς, ο Νικόλαος Δοξαράς, ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος και άλλοι Έλληνες ζωγράφοι γοητεύτικαν από την ακανόνιστη τεχνική του μπαρόκ και του μανιερισμού με τους προαναφερόμενους να είναι οι κυρίαρχες μορφές και να στιγματίζουν με τα έργα τους, τους μεταγενέστερους καλλιτέχνες. Καμπύλες γραμμές, οι πολύπλοκοι διαπλεκόμενοι όγκοι, η αυστηρή ιεράρχηση των χώρων, η απόδοση της κίνησης, η εκμετάλλευση του φωτός μέσω έντονων φωτοσκιάσεων



Νικόλαου Δοξαρά

Δομήνικου Θεοτοκόπουλου


   H ζωγραφική του Μπαρόκ αποτελεί συνδυασμό διαφορετικών προσεγγίσεων των κλασικών στοιχείων και οι διάφοροι καλλιτέχνες εμφανίζουν με συγκεκριμένο τρόπο τις αντιθέσεις του 17ου αιώνα. Για παράδειγμα, ο Ιδεαλισμός και ο Ρεαλισμός αποτελούν δύο αντίθετες αλλά και συμπληρωματικές μεταξύ τους πορείες.

Μιχαήλ Δαμασκηνού
 
 
ΡΟΚΟΚΟ

 
 


 
   Τα πρώτα χρόνια του 18ου αιώνα εμφανίζεται, με κέντρο τη Γαλλία -από όπου εξαπλώνεται σε ολόκληρη την Ευρώπη- το Ροκοκό. Το Kυριότερο χαρακτηριστικό γνώρισμα είναι η πολυπληθής απομίμηση του σχήματος των κοχυλιών τεράστια και πλουσιώτατα διακοσμημένων παραπετασμάτων κ.α. 


Η τεχνοτροπία αυτή χαρακτηρίζεται από τα ελαφρά παιχνιδίσματα των μορφών, κυρίως στους εσωτερικούς χώρους και στα στοιχεία του διάκοσμου. Από το μεγαλειώδη τρόπο του Μπαρόκ θα περάσουμε στη γλυκιά απόλαυση της ζωής. Αντί να πείθει και να εντυπωσιάζει, η τέχνη θέλει τώρα να ευχαριστεί.

 

 
 
 
    Σε αντίθεση με το αναγεννησιακό ύφος που βασίστηκε κυρίως στη λογική, το ύφος του μπαρόκ απευθύνεται περισσότερο στο συναίσθημα. Παράλληλα χαρακτηρίζεται σχεδόν σε όλες τις καλλιτεχνικές εκφάνσεις του από ένα αίσθημα δέους και μεγαλείου καθώς και μια υπερβολή στη διακόσμηση και την πολυτέλεια που αναδεικνύουν ένα επιβλητικό και πομπώδες ύφος.
 




 copyright Έλενα Παπάζη
 

Τετάρτη 1 Μαρτίου 2017

Το σημαντικό έργο του ζωγράφου Εμμανουήλ Τζάνε

 
  Ο Εμμανουήλ Τζάνες ήταν λόγιος, στιχουργός και συγγραφέας ιερών ακολουθιών, ιερωμένος και ζωγράφος που γεννήθηκε στο Ρέθυμνο γύρω στο 1610. Στην εποχή του ήταν ιδιαίτερα φημισμένος κάτι που φαίνεται από τη μεγάλη του παραγωγικότητα. Θεωρείται ,μαζί με τον Θεόδωρο Πουλάκη, από τους αξιολογότερους ζωγράφους της τελευταίας περιόδου της κρητικής σχολής. Ο Εμμανουήλ Τζάνες ανήκε σε γνωστή ρεθεμνιώτικη οικογένεια ευγενών και κατείχε εξαιρετικά αξιόλογη παιδεία.  Ήταν έγγαμος, αλλά, καθώς χήρεψε πολύ νωρίς, δεν πρόφθασε να αφήσει απογόνους.
 

Θεοτόκος Βρεφοκρατούσα, Εμμανουήλ Τζάνες


  Το 1636 χρονολογείται το παλαιότερο σωζόμενο έργο του Εμμανουήλ Τζάνε. Πρόκειται για την άψογη, από κάθε άποψη εικόνα του Αγίου Σπυρίδωνα, η οποία εκτίθεται στο Μουσείο Κορρέρ της Βενετίας και φέρει την υπογραφή του «Ποίημα Εμμανουήλ ιερέως του Τζάνε». Το ίδιο έτος ήταν ήδη δόκιμος ζωγράφος και είχε χειροτονηθεί ιερέας. Όταν άρχισε ο Κρητικός Πόλεμος ήταν ακόμα στην Κρήτη και μάλλον έφυγε από την πατρίδα του μετά την κατάληψη του Ρεθύμνου από τους Οθωμανούς το 1646. 
 
   Μετά τη κατάληψη του Ρεθύμνου από τους Τούρκους (1646), έφυγε από τη πατρίδα του με προορισμό το νησί της Κέρκυρας.


Η Αγία Θεοδώρα καθισμένη σε χρυσό θρόνο, με σκήπτρο και εικόνισμα της Παναγίας στο αριστερό χέρι, δωρεά του Εμμανουήλ Τζάνε ως ένδειξη ευγνωμοσύνης στο νησί της Κέρκυρας. Η εικόνα βρίσκεται στο βυζαντινό μουσείο Αθηνών.

   Θα παραμείνει στο νησί για δέκα περίπου χρόνια και θα ζωγραφίσει ολόκληρη σειρά εικόνων για το Ναό των Αγίων Ιάσωνος και Σωσιπάτρου, του οπόιου εφημέριος ήταν ο επίσης λόγιος κρητικός Καλλιόπιος Καλλιέργης. 
 
   Ο Τζάνες οδήγησε τη Κέρκυρα να βρει το δικό της δρόμο, μεταξύ άλλων από τα εικονογραφικά θέματα που επιχωριάζουν και δεν τα συναντάμε στα υπόλοιπα Ιόνια, όπως ο νέος τύπος θυρών τέμπλου, οι μεγάλοι πίνακες με τέσσερις σκηνές της παλαιάς διαθήκης, τέμπλα με πληθωρικό φυτικό διάκοσμο, λίθινα και απέριττα.
 
  Συνεργάσθηκε στο νησί με τον αγιογράφο Φιλόθεο Σκούφο (1648 μέσω επιστολής που απηύθυνε προς το μητροπολίτη Φιλαδελφείας
Αθανάσιο Βαλεριανό, τον Απρίλιο του ίδιου έτους, ανέφερε ότι βρισκόταν στο νησί και ασκούσε την τέχνη της αγιογραφίας μαζί με τον Εμμανουήλ Τζάνε)¹  δεν έχουν, όμως, εντοπισθεί τα έργα που φιλοτέχνησαν μαζί. Αξιόλογοι ζωγράφοι της Κέρκυρας ακολούθησαν τη παράδοση του Εμμανουήλ Τζάνε.


   Με αξιοζήλευτη δεξιοτεχνία οικιώνει ένα ξένο καλλιτεχνικό ιδίωμα, το επτανησιακό μπαρόκ.  Επηρεάστηκε αποφασιστικά από τη δυτική τέχνη , το έργο του διακρίνεται για την καλλιγραφική ακριβολογία στην εκτέλεση και την έκδηλη αγάπη στην απόδοση των λεπτομερειών. Τυπικό γνώριμα του Τζάνε ήταν, επίσης, η σχολαστική λεπτομέρεια των αμφίων.

     Ο Τζάνες υπογράφει τα έργα του χρησιμοποιώντας τις λέξεις χειρ ή ποίημα, το όνομα Εμμανουήλ, το επώνυμο Τζάνες και μερικές φορές το παρωνύμιο Μπουνιάλης και τον τόπο καταγωγής του. Το παρωνύμιο Μπουνιάλης φαίνεται να προέρχεται από την ιταλική λέξη πουνιάλε (μαχαίρι, εγχειρίδιο).

   Ο Τζάνες καθιέρωσε νέους τύπους των Αγίων Κύριλλου Αλεξάνδρειας και Ιωάννου του Δαμασκηνού., που εικονίζονται στην ωραία πύλη και την πύλη της προθέσεως. Από τα μέσα του 17ου αιώνα, τα χαμηλά βημόθυρα αντικαθίστανται στα ανοίγματα των κερκυραϊκών τέμπλων με μονόφυλλες θύρες που κλείνουν τελείως τη δίοδο. Φαίνεται ότι την καινοτομία αυτή την εισήγαγε ο Εμμανουήλ Τζάνες με τις θύρες του ναού Ιάσωνος και Σωσιπάτρου.
  Κατά το διάστημα της παραμονής του στην Κέρκυρα, ο Εμμανουήλ ζωγράφισε και τις εικόνες του τέμπλου του ναού του Αγίου Σπυρίδωνα, εικόνες που κατά τον 19ο αι. η κερκυραϊκή οικογένεια Βούλγαρη είχε στην κατοχή της και τις δώρισε στο ναό του Αγίου Γεωργίου. Οι δεκατρείς εικόνες που σώθηκαν είναι οι εξής: η μεγάλη εικόνα του Χριστού από το Δωδεκάορτο, η Γέννηση, η Βάπτιση, η Λαζάρου έγερσις, η εις Άδου Κάθοδος, η Ανάληψη του Ιησού, καθώς και αυτές των Αγίων Ιωάννη του Θεολόγου, Ματθαίου, Πέτρου, Ανδρέα, Σίμωνα και Θωμά, ενώ τέλος υπάρχει και μια του «άγνωστου» αποστόλου, εικόνα δηλαδή που δε σώζεται ακέραια και επομένως δεν μπορεί να ταυτιστεί.  

Άγιος Ιάσωνας, Εμμανουήλ Τζάνες

  Ένας άλλος εικονογραφικός τύπος που εισήγαγε ο Τζάνες είναι η παράσταση με στρατιωτική στολή και διάδημα που στέφεται με φτερά του Αγίου Γοβδελαά, πέρσου πρίγκιπα που μαρτύρησε επειδή αρνήθηκε να απαρνηθεί το χριστιανισμό. Ο Τζάνες έχει ιδιαίτερη ευλάβεια για τον άγιο αυτό, επειδή σε θαύμα του είχε αποδοθεί η θεραπεία ενός αδερφού του, μαζί μάλιστα με τον Καλλιοπιο Καλλιέργη συνέγραψε την ακολουθία του .


Άγιος Γοβδελαάς, Εμμανουήλ Τζάνες

Άγιος Γοβδελαάς, Εμμανουήλ Τζάνες

  Στη Κέρκυρα έχει σωθεί το μεγαλύτερο γνωστό σύνολο ενυπόγραφων έργων του. Αρκετά από αυτά χρονολογούνται μετά την εγκατάσταση του στη Βενετία. Οι δεσμοί του με τη Κέρκυρα συνέχισαν και μετά την αποχώριση του από το νησί, όπως δείχνει και μια εικόνα της Αγίας Θεοδώρας που σήμερα βρίσκεται στο βυζαντινό μουσείο Αθηνών. Ο Τζάνε αποδεικνύοντας έμπρακτα την ευγένεια του, προχώρησε κατά τη διάρκεια της παραμονή του στη Βενετία στη σύνταξη της <<Ακολουθίας της Αγίας Θεοδώρας της Αυγούστας>>, που αφιέρωσε στην κοινότητα της Κέρκυρας, ως ανταπόδοση στον τόπο που τον φιλοξένησε μετά την απώλεια της ιδιαίτερής του πατρίδας. Στην επιστολή του προς τις βενετικές αρχές του νησιού, πέρα από την αφιέρωση της «Ακολουθίας», ανέφερε ανάμεσα σε
άλλα : «… διότι εκράτησα πάντα κεχαραγμένη εις την καρδιάν μου την μεγάλην φιλοξενίαν όπου εδείξατε εις εμένα όταν όντας εγώ άπατρις, άπολις δυστυχής, φίλων έρημος, δίχως βοήθεια και με μεγάλην φιλανθρωπίαν με εδεχθήκατε…δεν ευρίσκω τον τρόπον της ευχαριστίας παρά με την ομολογία της ευεργεσίας με την δωρεάν της ευλαβικής ταύτης ακολουθίας.


   Ένας σύγχρονος του έγραψε για αυτόν : <<δε χρωματίζεις, αμή εμψυχώνεις κάθε σανίδιον και δεν χύνεις μόνον επάνω ταις βαφαίς αμή με τούταις στάζεις και ζωή...>>

Θεοτόκος Λαμποβίτισσα, Εμμανουήλ Τζάνες


   Γράφει την ακολουθία του Αλυπίου, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως εικονογράφο.Τον Μάρτιο του 1658 βρίσκεται στη Βενετία και το 1660 εξελέγη εφημέριος στο ναό του Αγίου Γεωργίου, θέση που κράτησε, με μικρά διαλείμματα, έως το 1685 και επόπτης του Φλαγγινιανού Φροντιστηρίου. Κατά τη περίοδο που ήταν εφημέριος στο Ναό του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων στη Βενετία εκδίδει την Ακολουθία του Αγίου Γοβδελαά το 1661 με δαπάνη του ιδίου, την οποία είχε συγγράψει στο νησί της Κέρκυρας μαζί με τη συμβολή του Καλλίοπου Καλλιέργη.
 
   Κατά τις συνεδριάσεις της 5ης Ιουνίου 1661 και 5ης Μαρτίου 1662, το Συμβουλίου των 40 του Ελληνορθοδόξου ναού του Αγίου Γεωργίου της Βενετίας είχε πάρει, μεταξύ άλλων, αποφάσεις που αφορούσαν την ανάθεση της συντήρησης των εικόνων των Ιεραρχών του ιερού, που είχε ζωγραφίσει παλαιότερα ο Μιχαήλ Δαμασκηνός και που ήταν κατεστραμμένες, με νέο ζωγράφο τον Εμμανουήλ Τζάνε το λεγόμενο Μπουνιαλή, ο οποίος ήταν εφημέριος του ναού του Αγίου Γεωργίου, και στους αδελφούς του. Τα μέλη του Συμβουλίου ευχαριστημένα από το έργο των αδελφών Τζάνε, αποφασίζουν να τους αμοίψουν με 56 δουκάτα αντί για τα 40 που είχαν συμφωνήσει αρχικά. Στο ποσό περιλαμβάνονταν και τα έξοδα για την αγορά των υλικών που χρειάστηκαν οι ζωγράφοι (36 δουκάτα και 12 γρόσια).² 

   Μας είναι γνωστό ότι ο Εμμανουήλ είχε έναν αδελφό , τον Κωνσταντίνο Τζάνε, ο οποίος κατείχε και εκείνος τη ζωγραφική τέχνη, ενώ ο δεύτερος αδερφός του ήταν ο Μπουνιαλής Μαρίνος Τζάνε (Ρέθυμνο 1613 - 1686) ο οποίος ήταν λόγιος και συγγραφέας. Το έγγραφο που διαβάζουμε από τα πρακτικά του ελληνορθόδοξου ναού του Αγίου Γεωργίου της Βενετίας αναφέρει ότι τα μέλη του συμβουλίου του ναού ευχαρίστησαν τον ίδιο και τα αδέρφια του για την επιτυχία που είχαν στο αποτέλεσμα των ζωγραφικών έργων, κάτι που σημαίνει πως είχε τις γνώσεις της αγιογραφικής τέχνης και πως συμμετείχε και εκείνος το ίδιο ενεργά στη ζωγραφική αποπεράτωση των ιερών εικόνων του ιερού με τον αδερφό του Κωνσταντίνο και τον, κύριο, μάστορα του έργου Εμμανουήλ.


 Μαρίνος Τζάνες Μπουνιάλης

   Μέχρι την κατάληψη του Ρεθύμνου από τους Τούρκους (1646) ζούσε στο Ρέθυμνο. Μετά πήγε στο Μεγάλο Κάστρο, στα Επτάνησα και τέλος στη Βενετία. Έργα: «Ο Κρητικός Πόλεμος, 1645 – 1669», εκτενές αφηγηματικό ποίημα με δραματικότητα, σαφήνεια και ένταση ψυχής καθώς περιγράφει τα γεγονότα της κατάληψης της Κρήτης από τους Τούρκους, 1681, και «Ψυχωφελής κατάνυξις». 

  Στο βιβλίο του, Βιογραφία των εν τοις γράμμασοι διαλαψάνοντων Ελλήνων από την κατάλυση της βυζαντινής αυτοκρατορίας μέχρι την ελληνική εθνεγερσία (1453-1821), ο Κωνσταντίνος Σαθάς ενημερώνει ότι ο Μαρίνος Τζάνες Πουνιαλής μετονομάστηκε σε Εμμανουήλ όταν χειροτονήθηκε ιερέας πριν την άλωση της πατρίδας του. Πληροφορία η οποία εκείνη τη περίοδο (1868) ήταν ευρέως γνωστή, καθώς αναφέρεται και σε εγκυκλοπαίδειες της μετέπειτα γενεάς και που δημιουργεί υπόνοιες πως ο Μαρίνος Μπουνιαλής και ο Εμμανουήλ υπάρχει η περίπτωση να είναι το ίδιο πρόσωπο. Η πληροφορία ότι υπάρχει και άλλος αδερφός εκτός του Κωνσταντίνου Τζάνε δεν αμφισβητείται.
 
 
 
 
Κωνσταντίνος Τζάνες Μπουνιάλης
 
 

  Δευτερεύων εκλεκτικός ζωγράφος, που εγκαταστάθηκε το 1655 το αργότερο στη Βενετία, όπου και πέθανε μεταξύ του 1682 και του 1685. Στη Κέρκυρα σώζεται μια από της καλύτερες εικόνες του, η μνειακή ένθρονη Παναγία, στον επηρεασμένο από την ιταλική τέχνη τύπο, στον γνωστό Madre della Consolazione.
 

Μαρία Μαγδαληνή, Κωνσταντίνος Τζάνες


     Ο ζωγράφος αντιγράφει εδώ μία χαλκογραφία του J. Sadeler η οποία εικονίζει τη Μαρία Μαγδαληνή καθισμένη στο έδαφος πλάι στην αδειανή σαρκοφάγο, με τα χέρια δεμένα γύρω από τα γόνατα και με θλιμμένη έκφραση στο πρόσωπο. Το μυροδοχείο είναι ακουμπισμένο στο κάλυμμα της σαρκοφάγου και στο βάθος αριστερά, εικονίζεται ο Γολγοθάς με τους τρεις σταυρούς. Δεξιά βρίσκεται ένας οξυκόρυφος βράχος με δύο δέντρα.


   Ο Εμμανουήλ Τζάνες θεωρείται ως ο σημαντικότερος κρητικός αγιογράφος και θεμελιωτής νέων τύπων εικόνων, αντικειμένων και αρχιτεκτονικής  του δεύτερου μισού του 17ου αιώνα. Απεβίωσε στη Βενετία το 1690 αφήνοντας στον Ελληνικό χώρο και ιδιαίτερα στο νησί της Κέρκυρας ένα πλούσιο και άξιο θαυμασμού έργο σημαντικού για την βυζαντινή ιστορία και τα πρώτα βήματα της δυτικής επίδρασης.


 ¹ 
Μ. Ι. Μανούσακας, «Ανέκδοτος επιστολή και άγνωστος εικών του Φιλοθέου Σκούφου»
²
 (Πρακτικά συνεδριάσεων του Συμβουλίου των 40 που αφορούν το ζωγράφο Εμμανουήλ Τζάνε το λεγόμενο Μπουνιαλή
5 Ιουνίου 1661 - 5 Μαρτίου 1662
AEIB, Α΄. Οργάνωση - λειτουργία, 3. Πρακτικά Συνεδριάσεων, Κατάστιχο 5, φφ. 47r-48v, 54v-55r)
 



copyright Έλενα Παπάζη


Βιβλιογραφία :
 
Ινστιτούτο αρχαιολογικής εταιρίας
 
Ο περίπλους των εικόνων
 
Istituto Ellenico di Venezia πρακτικα συνεδριάσεων

Εγκυκλοπαίδεια Ήλιος

Νεοελληνική Φιλολογία, Κωνσταντίνου Σαθά, Βιογραφία των εν τοις γράμμασι διαλαμψάντων Ελλήνων, από της καταλύσεως της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μέχρι της Ελληνικής εθνεγερσίας(1453-1821)


 

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2017

Ο Μιχαήλ Δαμασκηνός και η προσωπογραφία του



(εικόνα 1) Άγιοι Στέργιος, Ιουστίνα και Βάκχος, Μιχαήλ Δαμασκηνός

   Ο ζωγράφος ήταν εγκατεστημένος στον βενετοκρατούμενο Χάνδακα όπου γεννήθηκε μεταξύ 1530 και 1535. Διδάχτηκε την τέχνη της ζωγραφικής στην Σχολή της Αγίας Αικατερίνης των Σιναΐτων. Από αναφορές σε έγγραφα της Βενετίας μαθαίνουμε πως ο πατέρας του ονομαζόταν Γεώργιος Δαμασκηνός και ότι ο ζωγράφος είχε επίσης μια αδελφή με το όνομα Φρατζού. Ο Μιχαήλ απέκτησε μια κόρη, την Αντωνία, η οποία παντρεύτηκε τον συνάδελφο του πατέρα της στη Βενετία, Γιάννη Μαυρίκα, τον επονομαζόμενο Μαντούφο.
  Δούλεψε πολλά χρόνια στη Βενετία στην οποία εγκαταστάθηκε το Σεπτέμβριο του 1574. Εκεί ανέλαβε την εκτέλεση διαφόρων ζωγραφικών εργασιών για τη διακόσμηση της ορθόδοξης ελληνικής εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου της Βενετίας.
  

(εικόνα 2) Άγιος Βάκχος λεπτομέρεια

   Παράλληλα με την εξάσκηση της τέχνης του συμμετείχε ενεργά στα κοινά της Ελληνικής αδελφότητας, θέτοντας μάλιστα και υποψηφιότητα για την εκλογή του ως μέλος του διοικητικού της συμβουλίου δύο φορές ανεπιτυχώς. Παρέμεινε στη Βενετία μέχρι το 1582. Σε έγγραφα του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων χαρακτηρίζεται ως ΄΄ο ζωγράφος της εκκλησίας ΄΄.

 
(εικόνα 3) λεπτομέρεια Άγιος Στέργιος

   Κατά τη παραμονή του στην Βενετία ο Δαμασκηνός είχε τη συνήθεια να συγκεντρώνει σχέδια Ιταλών συναδέλφων του από θαυμασμό αλλά και με σκοπό να διεισδύει στα στοιχεία μελετώντας τα και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιεί και ο ίδιος στην τέχνη του. Αυτό γίνεται γνωστό από έγγραφο που αναφέρεται η παραχώρηση των έργων-σχεδίων που ήταν κάτοχος ο ζωγράφος προς τον γνωστό, σημαντικό εκπρόσωπο της μανιεριστικής ζωγραφικής, Parmigianino.  

   Ακολουθούσε συχνά πρότυπα του 15ου αιώνα που διακοσμούσε πολλές φορές με δευτερεύοντα ιταλικά στοιχεία, τα οποία αφομοιώθηκαν στο παραδοσιακό σύνολο. Στη Κέρκυρα βρίσκεται το μεγαλύτερο γνωστό σύνολο υπογεγραμμένων έργων του Μιχαήλ Δαμασκηνού, καθώς και μερικά ανυπόγραφα που μπορούν να του αποδοθούν με μεγάλη βεβαιότητα.


(εικόνα 4) Άγιος Γεώργιος και σκηνές του βίου του, Μιχαήλ Δαμασκηνός


(εικόνα 5)Λεπτομέρεια από την εικόνα του Αγίου Γεωργίου


   Έφερε έντονη τη σφραγίδα του μανιερισμού, διατάσσοντας πολλές από τις συνθέσεις του σε διάφορα επίπεδα χωρίς την απουσία του παραδοσιακού στοιχείου. Ανανέωσε τα εκφραστικά μέσα της κρητικής σχολής και δημιούργησε πολλούς νέους εικονογραφικούς τύπους αλλά χρησιμοποίησε και τύπους επηρεασμένος από τις σύγχρονες ιταλικές pale d' altare. Ο Μιχαήλ Δαμασκηνός αποτέλεσε πρότυπο για τους μεταγενέστερους ζωγράφους καθώς κατόρθωσε να μπολιάσει τη βυζαντινή ορθόδοξη πολιτιστική παράδοση της Κρήτης με αναγεννησιακές επιδράσεις του κυρίαρχου βενετικού στοιχείου.



Η προσωπογραφία του Μιχαήλ Δαμασκηνού


(εικόνα 6) Η προσκύνηση των Μάγων
                                                         
(εικόνα 7) Λεπτομέρεια από την εικόνα η Προσκύνηση των Μάγων

   Είναι πολύ πιθανό το ενδεχόμενο το πρόσωπο που αντικρύζει κατάματα το θεατή να είναι η προσωπογραφία του Μιχαήλ Δαμασκηνού -καθώς έκαναν οι σπουδαίοι ζωγράφοι της εποχής του εκτός Ελληνικού χώρου - να συμπεριλαμβάνουν, δηλαδή, τη μορφή τους μέσα σε κάποια από τα έργα τους με το βλέμμα στραμμένο όχι στην ενεργό σκηνή που εκτυλίσσεται στο ζωγραφικό έργο αλλά ευθεία στο θεατή- . Ένα ακόμη σημαντικό δείγμα είναι ότι το  συγκεκριμένο πρόσωπο το συναντάμε πολύ συχνά στα έργα του, με τα ίδια χαρακτηριστικά, όπως για παράδειγμα στην εικόνα του Αγίου Δημητρίου με σκηνές του βίου του( εικόνα 4), καθώς και στην εικόνα του Αγίου Βάκχου (εικόνα 2).




  Ο Μιχαήλ Δαμασκηνός γνωρίζοντας καλά την ευρωπαϊκή ζωγραφική της εποχής του  κατάφερε να συνδυάσει τα βυζαντινά στοιχεία με τα αναγεννησιακά. Το τελικό αποτέλεσμα είναι οι εικόνες να μεταφέρουν τη πλούσια βυζαντινή βαρύτητα στον αναγεννησιακό ρεαλισμό.
  Στα έργα του βλέπουμε την εναλλαγή και τη χαμαιλεοντική διαδραστικότητα την οποία χρησιμοποιεί σύμφωνα, κάθε φορά, με τις απαιτήσεις των εκάστοτε πελατών του που είτε ήταν ορθόδοξοι είτε καθολικοί. Έτσι βλέπουμε, άλλα έργα του να είναι ζωγραφισμένα σύμφωνα με τη βυζαντινή παράδοση άλλα σύμφωνα με τη λατινική τεχνοτροπία και σε άλλα να συνυπάρχουν αρμονικά ο βυζαντινός με το αναγεννησιακό κόσμο.  


Ο Μυστικός Δείπνος, Μιχαήλ Δαμασκηνός



  Τα στοιχεία για την αφετηρία της ζωγραφικής του σταδιοδρομίας είναι ελλιπή, εκτός από τη μόνη γνώριμη πληροφορία που έχουμε, ότι μαθήτευσε στη σχολή της Αγίας Αικατερίνης των Σιναϊτών. Ο κύριος φορέας της ζωγραφικής του ήταν η ξύλινη φορητή εικόνα, φιλοτεχνώντας τη με την τεχνοτροπία της αυγοτέμπερας με τη γνωστή, ειδική, παραδοσιακή προετοιμασία. Χρησιμοποιούσε σε μεγάλο βαθμό τις δύο βασικές του αποχρώσεις, το χρώμα του κόκκινου και του πράσινου.
   Στις εικόνες του καταδεικνύεται η μεγάλη καλλιτεχνική ικανότητα και η υψηλή ποιότητα που ήταν σε θέση να αποτυπώνει. Στα έργα του Δαμάσκηνού μπορούμε να θαυμάσουμε το χαρακτηριστικό δείγμα της ιταλίζουσας αναγεννησιακής τεχνοτροπίας συνάμα με τη τέχνη του Βυζαντίου η οποία, βυζαντινή τέχνη, επιδίωκε την αρτιότητα της ζωγραφικής εικόνας με σκοπό όχι μόνο την αισθητική απόλαυση άλλα και τη κάλυψη ενός μεγάλου φάσματος πρακτικών αναγκών (διδαχτικών, λατρευτικων, κοινωνικοπολιτικών).











copyright Έλενα Παπάζη




Βιβλιογραφία :

Ο περίπλους των εικόνων
Εγκυκλοπαίδεια Ήλιος
ΕΑΔΔ Εθνικό κέντρο τεκμηρίωσης
Μουσείο Αντιβουνιώτισσας
Έργα του Μιχαήλ Δαμασκηνού στο Ιερό του Αγίου Γεωργίου
της Βενετίας, Κωνσταντουδάκη


Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2017

Η οικογένεια των κερκυραίων ζωγράφων Προσαλέντιδων

   Το όνομα Προσαλέντης αναφέρεται στη Χρυσή Βίβλο των ευγενών της Κέρκυρας από το 1504. Όνομα Ευγενούς οικογένειας της Κέρκυρας, βυζαντινής καταγωγής, η οποία εγκαταστάθηκε στο νησί μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης υπό των Τούρκων.

   Ο πρώτος Προσαλέντης που μαρτυρείται ως ζωγράφος είναι ο Ιωάννης Προσαλέντης,γιός του Δημήτριου Προσαλέντη, ο οποίος αναφέρεται το 1584 πως διδάχτηκε τη ζωγραφική από τον διάσημο αγιογράφο Δελάρτα για διάστημα τριών χρόνων. Στη διορία αυτή θα μάθαινε όλη τη τέχνη της ζωγραφικής <<καλά, πιστά και αληθινά>> με όλα τα μυστήρια αυτής της τέχνης όπως συνήθιζαν οι καλοί τεχνίτες. Ο νεαρός ακολουθούσε το δάσκαλο του στις μετακινήσεις του έξω από τη πόλη της Κέρκυρας υπό τη φροντίδα του δασκάλου του και ως αμοιβή για τη διδασκαλία που θα του πρόσφερε ο Ιωάννης θα εργαζόταν μαζί του για τα τρία χρόνια της μαθητείας του.


Προσωπογραφία του Παύλου Προσαλέντη

   Το 1784 γεννήθηκε στη Κέρκυρα ο Παύλος Προσαλέντης, ο οποίος καταξιώθηκε ως ο πρώτος γλύπτης της νεότερης Ελλάδας. Τα πρώτα του μαθήματα τα έλαβε στη Κέρκυρα, δίπλα στον Ιταλό γλύπτη Μπόσι. Ακολούθως ταξίδεψε στη Ρώμη και έγινε μαθητής του  Antonio Canova. Ίδρυσε στη Κέρκυρα το 1804 τη πρώτη ιδιωτική σχολή καλών τεχνών (Γλυπτικής και Ζωγραφικής) δημιουργώντας τις προϋποθέσεις  μιας καλλιτεχνικής παιδείας δυτικού χαρακτήρα, αναλαμβάνοντας από απλές διακοσμητικές συνθέσεις μέχρι μεγάλα έργα. Η καλλιτεχνική σχολή του Προσαλέντη  αργότερα μετατράπηκε σε δημόσια σχολή υπό των Άγγλων με τη μετονομασία  << Ακαδημία Καλών Τεχνών>>. Τα κυριότερα έργα του είναι ο ανδριάντας του αρμοστή Μαίτλαντ στο Αργοστόλι και του διαδόχου του Άνταμ στη Κέρκυρα, αμφότεροι εξ ορείχαλκου η Άρτεμη,ς έργο που βρίσκεται στην Αγγλία, η προτομή του Γκίλφορδ, η οποία βρίσκεται στη Κέρκυρα κ. α. Τα καλύτερα εκ μαρμάρου έργα του είναι το άγαλμα της Ηρούς  και του Λεάνδρου και της Άρτεμης στο Λονδίνο. Απεβίωσε το1837.
Ανδριάντας του αρμοστή Φρέντερικ 'Ανταμ (1832), χαλκός, ύψος 5,5 μ., Κέρκυρα, αυλή των ανακτόρων των Αγίων Μιχαήλ

  Ο κερκυραίος ζωγράφος Σπυρίδων Προσαλέντης (1830-1895). Σπούδασε στη Βενετία. Το 1865 επέστρεψε στην Ελλάδα, διορίστηκε καθηγητής του πολυτεχνείου Αθηνών. Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα παραιτήθηκε και επέστρεψε στη Βενετία, που εξετέλεσε τους δύο πίνακες << Έμπορος της Βενετίας>> και <<Τραβιάτα>> βραβεύτηκε στην διεθνή έκθεση της Βενετίας. Από τα σημαντικότερα έργα του στο νησί της Κέρκυρας είναι οι εικόνες που φιλοτέχνησε για το τέμπλο του Αγίου Σπυρίδωνα. Το 1870 επέστρεψε στην Αθήνα, παρακινούμενος από το βασιλιά Γεώργιο Ά και ανέλαβε τη διακόσμηση του παρεκκλησίου των ανακτόρων, ενώ την ίδια χρονιά συμμετείχε στα Ολύμπια και βραβεύτηκε με χρυσό μετάλλιο Β' τάξεως. Συχνά παρουσίαζε έργα του σε βιτρίνες αθηναϊκών καταστημάτων. Διορισμένος εκ νέου καθηγητής του πολυτεχνείου εξακολούθησε να διδάσκει μέχρι και το θάνατο του. Εξετέλεσε πολλές προσωπογραφίες, ιδίως αγωνιστών του 1821. Έργα του βρίσκονται στην Αθήνα, στη Κέρκυρα, τη Ρώμη και τη Βενετία.

Προσωπογραφία Γεράσιμου Ζωχιού, Σπυρίδων Προσαλέντης


   Ο Παύλος Προσαλέντης ήταν γιός του Σπυρίδωνα Προσαλέντη, ζωγράφος γεννημένος το 1857 στη Βενετία. Σπούδασε στο σχολείο των τεχνών, στη Νεάπολη κοντά στον D.Morelli, και στο Παρίσι. Για μεγάλη περίοδο έζησε και δούλεψε στην Αίγυπτο όπου επηρεάστηκε ζωγραφίζοντας ηθογραφικά θέματα της Ανατολή. Στο έργο του διακρίνεται η σχεδιαστική του ευχέρεια και η χρωματική του ευαισθησία, η ελευθερία στο σχέδιο και τα ρέοντα περιγράμματα. Οι περισσότεροι από τους πίνακες του αγοράστηκαν στην Αγγλία. Απεβίωσε το 1894.

Άραβας, Παύλος Προσαλέντης


   Αιμίλιος Προσαλέντης, γεννήθηκε στη Κέρκυρα το 1859, ήταν και αυτός γιος του Σπυρίδωνα Προσαλέντη. Μετέβει στο Παρίσι και σπούδασε μηχανική. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα κατατάχθηκε στο πολεμικό ναυτικό ως μηχανικός. Αυτοδίδαχτος ζωγράφος, ασχολήθηκε κυρίως με τη θαλασσογραφία, τη προσωπογραφία και την τοπιογραφία με την τελευταία να κρατάει τις ρίζες τη από τη γαλλική επιρροή. Οι υδατογραφίες του είναι πλούσιες σε φωτεινότητα, χρωματική ένταση και περιγραφική απλότητα. Πολλοί από τους ιστορικούς πίνακες του υπόκεινται στο υπουργείο Ναυτικών και τη σχολή Δοκίμων. Διάφορα έργα του βραβεύτηκαν σε διεθνής καλλιτεχνικές εκθέσεις. Απεβίωσε το 1926.

 Αιμίλιος Προσαλέντης (1859-1926) Θαλασσογραφία, λάδι σε μουσαμά, 70x100 εκ

 Boy in sailor, Αιμίλιος Προσαλέντης

Βάρκα, Αιμίλιος Προσαλέντης
Αιμίλιος Προσαλέντης
 
Αιμίλιος Προσαλέντης

Αιμίλιος Προσαλέντης

   Ελένη Προσαλέντη γεννήθηκε το 1870. Ήταν εγγονή του Παύλου Προσαλέντη του Πρεσβύτερου, κόρη του Σπυρίδωνα και αδερφή των Αιμιλίου, Παύλου και της Όλγας Προσαλέντη. Σπούδασε κοντά στο πατέρα της και έπειτα στο Παρίσι. Ασχολήθηκε κυρίως με τη προσωπογραφία και την αγιογραφία. Στο έργο της συνδυάζονται ο ακαδημαϊσμός και οι ρεαλιστικές τάσεις, η προσκόλληση σε τύπους του παρελθόντος. Απεβίωσε το 1911.

Κωσταντίνος Μαυρομιχάλης προσωπογραφία, Ελένη Προσαλέντη

   Όλγα Προσαλέντη-Παπαδημακη, ζωγράφος γεννηθείσα το 1872 στην Αθήνα.Σπούδασε αρχικά κοντά στο πατέρα της Σπυρίδωνα Προσαλέντη και έπειτα κοντά στο ναδερφό της Παύλο. Το έργο της είναι επηρεασμένο από αυτό των δύο συγγενών της. Ασχολήθηκε κυρίως με την Προσωπογραφία αλλά και την ηθογραφία, την αγιογραφία και τη μικρογραφία.  Από τα κυριότερα έργα της ήταν η προσωπογραφία της βασιλόπαιδος Αλεξάνδρας, εκτεθείσα το 1889 στη Πετρούπολη, ο Γερομοναχός (στην Ιταλία) και η προσωπογραφία των Μιαούλη, Κανάρη και του ποιητή Κωστή Παλαμά στο πανεπιστήμιο Αθηνών. Απεβίωσε το 1928.

   Η προσφορά της οικογένειας των Προσαλέντιδων ήταν μεγάλη, τόσο στο νησί της Κέρκυρας όσο και ευρύτερα στον ελλαδικό χώρο. Κατάφεραν να μεταλαμπαδεύσουν την αγάπη για την τέχνη και κυρίως τη ζωγραφική με μεγάλο σεβασμό από γενεά σε γενεά προσκολλημένοι στο τρόπο του αρχικού τους διδασκάλου και προγόνου Παύλου Προσαλέντη (όσον αφορά τη προσωπογραφία) ο οποίος ήταν ο θεμελιωτής στην εκμάθηση των τεχνών στο νησί της Κέρκυρας με τη δημιουργία της πρώτης καλλιτεχνικής σχολής.




copyright Έλενα Παπάζη

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2017

Ο ζωγράφος Σπυρίδων Σκαρβέλης


Σκηνή στο Κάιρο, Σπυρίδων Σκαρβέλης

  Ο Κερκυραίος υδατογράφος Σπυρίδων Σκαρβέλης γεννήθηκε το 1868. Παρακολούθησε μαθήματα ζωγραφικής αρχικά στην Καλλιτεχνική και Βιοτεχνική Σχολή της Κέρκυρας (εκπαιδευτήριο Καποδίστρια) και αργότερα συνέχισε τις σπουδές του στην Τεργέστη και τη Ρώμη. Αργότερα επέστρεψε στην Κέρκυρα (1907-1908) όπου συμμετείχε από κοινού με άλλους καλλιτέχνες, όπως τον εξαίρετο Άγγελο Γιαλλινά, στη διακόσμηση της έπαυλης του Αχχιλείου, που άνηκε στην αυτοκράτειρα της Αυστρίας Ελισάβετ, στον οικισμό του Γαστουρίου. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε για ένα χρονικό διάστημα στην Αίγυπτο, όπου και φιλοτέχνησε ένα μεγάλο αριθμό έργων με τοπία της περιοχής.

Δρόμος στο Κάιρο, Σπυρίδων Σκαρβέλης
Μπενίτσες, Σπυρίδων Σκαρβέλης

   Ο Σκαρβέλης ήταν κατά κύριο λόγο τοπιογράφος. Ειδικεύτηκε στην ελαιογραφία και την υδατογραφία και δημιούργησε έργα τα οποία χαρακτηρίζονται ως υψηλής χρωματικής ευαισθησίας. Μέρος του έργου του αφορά σκηνές και τοπία, εκτός από της Αιγύπτου, από την ιδιαίτερη πατρίδα του, την Κέρκυρα.

Φαληράκι Κέρκυρα, Σπυρίδων Σκαρβέλης
   Αν και στην αρχή ήταν φανερή η επίδραση της ιταλικής ακαδημαϊκής τεχνοτροπίας στο έργο του με το πέρασμα των ετών κινήθηκε περισσότερο στο καλλιτεχνικό ρεύμα ιμπρεσιονισμού που είχε καλλιεργηθεί στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα με κύριο χαρακτηριστικό τα έντονα, ζωντανά χρώματα(με χρήση των αποχρώσεων των βασικών χρωμάτων).


Δρόμος στο Κάιρο, Σπυρίδων Σκαρβέλης

   Συνθέσεις σε εξωτερικούς χώρους, υπό ασυνήθιστες οπτικές γωνίες και  έμφαση στην αναπαράσταση του φωτός. Θέλησε έτσι να αποτυπώσει την άμεση εντύπωση που προκαλούσαν τα αντικείμενα και οι καθημερινές εικόνες. Δεν χρησιμοποιούσε το μαύρο χρώμα προκειμένου να επιτύχει τις σκιάσεις ούτε σε ανάμειξη με βασικά χρώματα, μόνο στις περιπτώσεις που αποτελούσε μέρος του θέματος.



   Απλοποίησε και περιόρισε τη παλέτα του στα χρώματα του ηλιακού φάσματος απεικονίζοντας το σύγχρονό αστικό περιβάλλον, με τις ανθρώπινες μορφές πάντα σε κίνηση. Αμφισβήτησε τη γραμμή που όφειλε το χρώμα να υποτάσσεται, σε προηγούμενες περιόδους. Διότι σκοπός του ήταν να εκφράσει τη χαρά που προκαλεί η υποκειμενική αίσθηση του έγχρωμου φωτός χωρίς να παρουσιάσει την αντικειμενική υλικότητα του φυσικού κόσμου.

Νείλος, Σπυρίδων Σκαρβέλης
Τοπίο στη Κέρκυρα, Σπυρίδων Σκαρβέλης
   Η ζωγραφική της υπαίθρου μαζί με την επιλογή του ιμπρεσιονιστικού ρεύματος που είχε ακολουθήσει ο ζωγράφος είναι δύο μέθοδοι που έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τους ακαδημαϊκούς κανόνες ζωγραφικής. Ο υπαιθρισμός, στην εποχή του, αποτελούσε  συνέχεια και εξέλιξη της ρομαντικής τοπιογραφίας και το γόητρο της ελευθερίας του ανοιχτού χώρου, οι αλλαγές του φωτός, οι εφήμερες ιδιότητες φαίνεται να έδρασαν καταλυτικά στη τέχνη του ζωγράφου. Ο Σπυρίδων Σκαρβέλης απεβίωσε στην ιδιαιτέρα πατρίδα του, τη Κέρκυρα, σε ηλικία 74 ετών.


Το τέμενος του Ομάρ, Σπυρίδων Σκαρβέλης

Δρόμοι στο Κάιρο, Σπυρίδων Σκαρβέλης

Τοπίο, Σπυρίδων Σκαρβέλης


Πειραιάς, Σπυρίδων Σκαρβέλης





 copyright Έλενα Παπάζη