Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2021

Έργο του Βαν Γκογκ θα εμφανιστεί δημόσια για πρώτη φορά από τότε που δημιουργήθηκε.

Φωτογραφία: WestImage - Art Digital Studio/Sotheby’s. Πηγή: The Guardian


  Το έργο του Βίνσεντ Βαν Γκογκ «Scène de rue à Montmartre», είναι μια βουτιά στον χρόνο και σε μια συναρπαστική, ξεχωριστή ατμόσφαιρα και μέρη που δεν υπάρχουν πια.

   Ένα σημαντικό έργο του Βίνσεντ βαν Γκογκ, το οποίο ανήκει στην ιδιωτική συλλογή της ίδιας οικογένειας από τη Γαλλία για περισσότερο από έναν αιώνα, πρόκειται να εμφανιστεί δημόσια για πρώτη φορά από τότε που ζωγραφίστηκε, την άνοιξη του 1887, έναν χρόνο πριν ο Ολλανδός ζωγράφος φύγει από το Παρίσι για την Αρλ.



   Το έργο Scène de rue à Montmartre (Impasse des Deux Frères et le Moulin à Poivre) είναι μέρος μιας πολύ σπάνιας σειράς που απεικονίζει το περίφημο Moulin de la Galette, στην κορυφή του λόφου της Μονμάρτρης με θέα το Παρίσι.

   Ο Βαν Γκογκ την άνοιξη του 1886 επισκέφθηκε το Παρίσι και εκεί έζησε με τον αδελφό του –επιτυχημένο έμπορο τέχνης–, στην περιοχή της Μονμάρτρης, που ήταν το καλλιτεχνικό κέντρο του Παρισιού στα τέλη του 19ου αιώνα.

  Κατά την παραμονή του εκεί ήρθε σε επαφή με τους ιμπρεσιονιστές ζωγράφους Εντγκάρ Ντεγκά, Καμίλ Πισαρό, Πολ Γκογκέν και Τουλούζ Λοτρέκ, που τον επηρέασαν σημαντικά, ειδικά στη χρήση του χρώματος. Εκεί ξεκίνησε να αναπτύσσει και το δικό του προσωπικό ύφος και να εφαρμόζει τις δικές του τεχνικές.

 Οι μελετητές θεωρούν το έργο σημαντικό γιατί αντικατοπτρίζει τη μετάβαση του Βαν Γκογκ σε μια νέα περίοδο, κατά την οποία εγκαταλείπει τα σκοτεινά έργα.

  Το συγκεκριμένο έργο αποκτήθηκε από έναν Γάλλο συλλέκτη το 1920, έχει παραμείνει στην ίδια οικογένεια από τότε και δεν έχει εμφανιστεί ποτέ στο κοινό, παρά το γεγονός ότι αναφέρεται σε επτά καταλόγους έργων του ζωγράφου.

   Οι Σόθμπις και ο γαλλικός οίκος δημοπρασιών Μιραμπό Μερσιέ, που πωλούν το έργο στη βραδιά Ιμπρεσιονιστών και Μοντέρνας Τέχνης στις 25 Μαρτίου στο Παρίσι, αναφέρουν ότι «πολύ λίγοι πίνακες του Βαν Γκογκ από την εποχή της Μονμάρτρης παραμένουν σε ιδιωτικά χέρια, οι περισσότεροι από αυτούς βρίσκονται στα πιο διάσημα μουσεία του κόσμου. Η παρουσίαση στην αγορά ενός πίνακα από αυτήν την εμβληματική σειρά θα είναι αναμφίβολα ένα σημαντικό γεγονός για τους συλλέκτες του Βαν Γκογκ και γενικά για την αγορά τέχνης».

   Οι μελετητές θεωρούν το έργο σημαντικό γιατί, επιπλέον, αντικατοπτρίζει την μετάβαση του Βαν Γκογκ σε μια νέα περίοδο κατά την οποία εγκαταλείπει τα σκοτεινά έργα. Είναι ακριβώς η στιγμή που το χρώμα εμφανίστηκε για πρώτη φορά, σε όλη του τη λάμψη, στο έργο του. Η σκηνή του δρόμου στη Μονμάρτρη είναι μια αξιοσημείωτη μαρτυρία για μια κρίσιμη εποχή στο έργο ενός από τους μεγαλύτερους δασκάλους της σύγχρονης τέχνης.

   Στο έργο, ο Βαν Γκογκ επιλέγει να απεικονίσει ένα από τα πιο διάσημα μέρη του Butte Montmartre: το Pepper Mill, γνωστό επίσης ως «Moulin Debray», που βρίσκεται μέσα στους χώρους του Moulin de la Galette.

   Η Μονμάρτρη, γνωστή τότε ως La Butte, μεταμορφώθηκε γρήγορα από το αγροτικό χωριό που ήταν σε μια συνοικία διασκέδασης, ενώ το μέρος που ζωγράφισε ο Βαν Γκογκ καταστράφηκε κατά την κατασκευή της Λεωφόρου Junot το 1911.

  Ο μύλος απεικονίζεται εδώ από το Impasse des Deux Frères (Το αδιέξοδο των δυο αδερφιών), με την είσοδο στον περίβολο του Moulin de la Galette να περιβάλλεται από διακοσμητικά φανάρια και ένα καρουσέλ ορατό αριστερά, πίσω από τον ξύλινο φράχτη.

 Η περιοχή των μύλων που είχαν σταματήσει να λειτουργούν είχε γίνει τόπος αναψυχής των Παριζιάνων που έφταναν σε εκείνο το εξοχικό μέρος για να πιουν και να χορέψουν και μια επισήμανση για το πως απεικόνισαν το μέρος οι διάσημοι κάτοικοί του. Είναι το ίδιο μέρος που μέχρι σήμερα θα παραμείνει μυθικό και θα εμπνεύσει πολλές γενιές καλλιτεχνών.





Πηγές 


Τhe Guardian


Έργα τέχνης δείχνουν πόσο αλλάζουν τα φρούτα με το πέρασμα των αιώνων.


  Φρούτα, λαχανικά, ξηροί καρποί, δημητριακά. Δυο επιστήμονες με τη βοήθεια έργων τέχνης επιχειρούν να καταδείξουν πώς άλλαξαν τα τρόφιμα στο πέρασμα των αιώνων. Ο Πικάσο πάντως είναι ακατάλληλος.

  Πολλοί καρποί στον πίνακα του Φλαμανδού ζωγράφου Φρανς Σνάιντερ (1579-1657) «Ο πάγκος με τα φρούτα» μας είναι γνώριμοι. Ωστόσο το καρπούζι με το λευκό εσωτερικό προκαλεί απορίες.

  Εδώ και αιώνες όμως, οι καλλιτέχνες αποτύπωναν στον καμβά τους τρόφιμα. Για παράδειγμα ο πίνακας του Σνάιντερ «Ο πάγκος με τα φρούτα» είναι γεμάτος με μήλα, σταφύλια, ροδάκινα, αγγινάρες και το περίεργο λευκό καρπούζι. Το έργο βρίσκεται στο περίφημο μουσείο Ερμιτάζ στην Αγία Πετρούπολη και προσέλκυσε την προσοχή δυο επιστημόνων.


  «Έτσι πρέπει να ήταν τότε τα καρπούζια» υποθέτει ο ιστορικός τέχνης Ντάβιντ Φεργκάουφεν κοιτάζοντας τον πίνακα. Ο Ίβε ντε Σμετ, καθηγητής μοριακής βιολογίας, αντιδρά μάλλον σκεπτικά σε αυτή την εικασία και αντιτείνει πως ο ζωγράφος μπορεί και να μην ήταν καλός. Αδύνατον ανταπαντά ο ιστορικός τέχνης, ήταν από τους καλύτερους του 17ου αιώνα.

  Οι δυο φίλοι επιστήμονες ήταν πραγματικά περίεργοι. «Ήμασταν σύμφωνοι ότι δεκάδες είδη φρούτων και λαχανικών έχουν να μας πουν ενδιαφέρουσες ιστορίες, τις οποίες δεν γνωρίζουμε με λεπτομέρειες» δηλώνει ο Φεργκάουφεν. Αποφάσισαν να ενώσουν τις δυο φαινομενικά ασύμβατες επιστήμες: τη βιολογία και την ιστορία της τέχνης. Ήθελαν να ερευνήσουν την εξέλιξη των τροφίμων.

  Πολλά από τα τρόφιμα που έχουμε σήμερα στην κουζίνα μας, έμοιαζαν πολύ διαφορετικά. Πολλά είδη ήταν πιο μεγάλα και έδιναν περισσότερους καρπούς. Την άγρια μπανάνα για παράδειγμα με μεγάλους σαν καρύδια σπόρους δεν μπορεί κανείς πια να την βρει στο σουπερμάρκετ.

  Εδώ έρχονται να βοηθήσουν οι καλλιτέχνες και η ιστορία της τέχνης. Πάρα πολλοί ζωγράφοι είχαν αποτυπώσει στον καμβά τους λαχανικά και φρούτα και μάλιστα με λεπτομέρειες. Με τον τρόπο αυτό οι επιστήμονες μπόρεσαν να μάθουν τα χρώματα που είχαν τα καρότα, πώς καλλιεργούνταν οι φράουλες ή ποια ήταν η προέλευση των καρπουζιών. Οι καλλιτέχνες που είναι συνετό να συλλεχθούν πληροφορίες από τα έργα τους πρεπεί να είναι λεπτομερείς και να αγγίζουν σε μεγάλο βαθμό τη πραγματικότητα καθώς δεν μπορείς να εξάγεις ασφαλή συμπεράσματα από έναν καλλιτέχνη που λειτουργεί με αφηρημένη τέχνη αλλά από έναν αποδεδειγμένο νατουραλιστή καλλιτέχνη.

  Ο ρόλος του ιστορικού τέχνης σε αυτό το νέο εγχείρημα είναι, όπως λέει ο Φεργκάουφεν, να καταδείξει ποιος καλλιτέχνης αποδίδει πιστά την πραγματικότητα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ποιος όχι. Οι δυο επιστήμονες ελπίζουν ότι μουσεία και συλλέκτες σε όλο τον κόσμο θα σταθούν αρωγοί ώστε ένα μπορέσουν να συμπληρώσουν την τράπεζα πληροφοριών τους.


 





Copyright Έλενα Παπάζη





Πηγές


Deutsche Welle


Η «Γέφυρα του Bατερλό»: Η ιστορία ενός αριστουργήματος του Μονέ που δημοπρατείται.

 

Claude Monet, Waterloo Bridge, effet de brouillard (1889-1903). Oil on canvas. Christie’s, New York.




   Η διάσημη σειρά των έργων του Μονέ δημιουργήθηκε από το 1899 έως το 1901, όταν ο καλλιτέχνης πραγματοποίησε τρία ταξίδια στο Λονδίνο.

  Το φθινόπωρο του 1899, ο Μονέ επέστρεψε στο Λονδίνο για να ζωγραφίσει «μια σειρά από τις ομίχλες του Λονδίνου» και «μερικά εφέ της ομίχλης στον Τάμεση». Ήδη από τη δεκαετία του 1880 ο Μονέ ξεκίνησε να ζωγραφίζει σειρές πινάκων, όλων βασισμένων σε ένα κοινό θέμα, το οποίο όμως απέδιδε κάθε φορά με διαφορετικό τρόπο ή με διαφορετική τεχνοτροπία.

  Όταν έφτασε στο Λονδίνο για πρώτη φορά το 1899, στο αποκορύφωμα της καριέρας του, γοητεύτηκε από τις γέφυρες Charing Cross και Waterloo που έβλεπε από το παράθυρό του. Μάλιστα οι επιστήμονες κατάφεραν το 2010 να εντοπίσουν το ακριβές σημείο όπου βρισκόταν ο διάσημος ζωγράφος την ώρα της δημιουργίας του πίνακα Η Γέφυρα του Βατερλό. Σύμφωνα με τα στοιχεία που συνέλεξαν και συνέδεσαν, αρχεία της κίνησης του ήλιου, χάρτες του Λονδίνου από τη Χαρτογραφική Υπηρεσία του στρατού και ιστορικά μετεωρολογικά δεδομένα, κατάφεραν να εντοπίσουν το σημείο στο μπαλκόνι του πέμπτου ορόφου του ξενοδοχείου «Σαβόι», όπου στάθηκε ο Μονέ για να ζωγραφίσει. 

   Ο Μονέ, σε αντίθεση με άλλους ζωγράφους, αντιλήφθηκε με διαφορετικό χρώμα, με λεπτές αποχρώσεις του μπλε, του λιλά και του ροζ, το υδάτινο τοπίο και τον ουρανό, και κάποτε είπε: «Το Λονδίνο δεν θα ήταν μια όμορφη πόλη. Είναι η ομίχλη που του δίνει το υπέροχο εύρος».


Τον πίνακα αγόρασε το 1904 η Αμερικανίδα ποιήτρια Έιμι Λάουελ. Φωτο: Harvard University

  Ο Μονέ, παρόλο που δεν χρησιμοποίησε ένα τυπικό γκρίζο χρώμα για να απεικονίσει το νέφος του Λονδίνου, αιχμαλώτισε την αντίθεση των φυσικών φαινομένων και την ομίχλη πάνω από τον Τάμεση, με τη βιομηχανική έκρηξη της εποχής, δείγματα της οποίας αποτελούν οι καπνοδόχοι και οι ατμομηχανές.  

  Η διάσημη σειρά των έργων του Μονέ δημιουργήθηκε από το 1899 έως το 1901, όταν ο καλλιτέχνης πραγματοποίησε τρία ταξίδια στο Λονδίνο. Από τις σειρές έργων που φιλοτέχνησε εκείνη την εποχή, η σειρά Waterloo Bridge είναι η μεγαλύτερη. Με τους εκτεταμένους ουρανούς και τις μεγάλες εκτάσεις κυματισμού νερού και αντανακλάσεων φωτός, τα έργα συγκαταλέγονται επίσης στα πιο ορατά και εκφραστικά της σειράς.

  Ο Μονέ, σε αντίθεση με άλλους ζωγράφους, αντιλήφθηκε με διαφορετικό χρώμα, με λεπτές αποχρώσεις του μπλε, του λιλά και του ροζ, το υδάτινο τοπίο και τον ουρανό, και κάποτε είπε: «Το Λονδίνο δεν θα ήταν μια όμορφη πόλη. Είναι η ομίχλη που του δίνει το υπέροχο εύρος». Αυτό ακριβώς το εφέ της ομίχλης (effet de brouillard) του χάρισε μερικά από τα αριστουργήματά του, στο οποίο κατάφερε να συνδυάσει την αρμονία του χρώματος και τα οράματά του για τη σύνθεση.

  Το έργο που βγαίνει σε δημοπρασία ήταν ένα από τα πρώτα που μπήκαν σε αμερικανική συλλογή, αυτή της ποιήτριας Έιμι Λόουελ που κέρδισε το Πούλιτζερ το 1926.

 Με εννέα καμάρες η περίφημη γέφυρα, από τις πιο διάσημες της πόλης, ρίχνει πληθώρα σκιών και αντανακλάσεων στα νερά του Τάμεση.

  Συνδέοντας το κέντρο της πόλης με τα εργοστάσια της νότιας όχθης, η γέφυρα αποτέλεσε διάσημο θέμα για τους καλλιτέχνες από το άνοιγμά της το 1817. Περιγράφεται από τον γλύπτη Αντόνιο Κανόβα ως «η ευγενέστερη γέφυρα στον κόσμο», ενώ ήταν το θέμα σε πίνακες των Τζον Κόνσταμπ και Γουίλιαμ Τέρνερ. Το δίδυμο έργο του Μονέ «Waterloo Bridge, effet de brouillard» στεγάζεται τώρα στο Μουσείο Ερμιτάζ.

  Ο καλλιτέχνης δούλευε ταυτόχρονα σε πολλούς καμβάδες, μετακινούμενος μεταξύ των έργων, καθώς ο καιρός της πόλης άλλαζε συνεχώς, λούζοντας τα θέματά του με διαφορετικό φως. Σε μια επιστολή στη σύζυγό του Αλίς Οσεντέ εξέφρασε την ανησυχία του για την εξαιρετική ευαισθησία του φωτός στο Λονδίνο, που άλλαζε από την ομίχλη και τον καπνό, διαρκούσε μόνο πέντε λεπτά και μπορούσε να τον τρελάνει. 

  Σύμφωνα με τους ειδικούς του οίκου Christie's, «αυτός ο πίνακας επιχειρεί το αδύνατο, την απεικόνιση της ομίχλης που παρασύρεται στον Τάμεση ένα πρωινό και έχει όλα τα χρώματα σε μια μαγική συμφωνία».

  Μετά από τρία ταξίδια στο Λονδίνο, ο Μονέ επέστρεψε στο σπίτι του στο Ζιβερνί για να ολοκληρώσει τους πίνακές του, που τους έβλεπε ως ενιαίο σύνολο 100 έργων, και παρουσίασε 37 από αυτά στη Galerie Durand-Ruel, στο Παρίσι τον Μάιο του 1904.

  Τον πίνακα αγόρασε η Έιμι Λάουελ, μια διακεκριμένη Αμερικανίδα, προστάτιδα των τεχνών στις αρχές του αιώνα, που είχε γοητευθεί από την ευρωπαϊκή ζωγραφική, και απέκτησε το έργο μετά την έκθεση στην Galerie Durand-Ruel, το 1904. Το Λονδίνο ενέπνευσε και τη Λάουελ καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής της και μερικά από τα καλύτερά της ποιήματα έχουν ως θέμα τους τον Τάμεση. 

  Σήμερα, οι περισσότεροι από αυτούς τους πίνακες της σειράς του Μονέ στεγάζονται σε μεγάλα μουσεία, από την Εθνική Πινακοθήκη Τέχνης στην Ουάσινγκτον ως το Μουσείο Τέχνης του Ντένβερ. 








Copyright Έλενα Παπάζη










Κυριακή 19 Σεπτεμβρίου 2021

Ένα μοναδικό σχέδιο ανακαλύφθηκε κάτω από έργο του Ντα Βίντσι.

 

Stand and stare: Leonardo’s The Virgin of the Rocks displayed in an altarpiece setting at the National Gallery in London. Photograph: Tolga Akmen/AFP/Getty Images



    Ένα σχέδιο απίστευτο εντοπίστηκε κάτω από τον γνωστό πίνακα του Λεονάρντο Ντα Βίντσι, την «Παναγία των Βράχων». Όπως μεταδίδουν τα διεθνή μέσα, η εικόνα του σκίτσου, η οποία δεν είναι ολοκληρωμένη, δείχνει τον άγγελο και το Θείο Βρέφος «με σημαντικές διαφορές σε σχέση με την μορφή τους στον ολοκληρωμένο πίνακα.

Hidden ‘Jesus’ found under famous Leonardo da Vinci painting – mysteriously covered up for centuries


  Το για ποιο λόγο ο Ντα Βίντσι εγκατέλειψε την πρώτη του σύνθεση παραμένει μυστήριο», πράγμα που επισημαίνει ο εκπρόσωπος της πινακοθήκης. Οι ειδικοί βρήκαν το σκίτσο καθώς εκτελούσαν έρευνες τεχνικού χαρακτήρα πάνω στον πίνακα. Ο εν λόγω πίνακας πρόκειται να είναι το βασικό έκθεμα μιας έκθεσης για τον Λεονάρντο Ντα Βίντσι στην Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου. Έξι ειδικοί ξεκίνησαν να εξετάζουν τη σύνθεση με πιο σύγχρονες τεχνικές τον περασμένο Ιανουάριο. Το σκίτσο δημιουργήθηκε από υλικό που περιέχει ψευδάργυρο γι’ αυτό και ήταν ευδιάκριτο μέσω φασματοσκοπίας φθορισμού ακτίνων Χ, με την τεχνική της υπέρυθρης απεικόνισης.


  Ο επικεφαλής των συντηρητών της πινακοθήκης Λάρι Κιθ λέει πως μπορεί να υπάρξουν και άλλες ανακαλύψεις κατά τη διάρκεια των ερευνών. Σημειώνεται ότι, η ίδια τεχνολογία χρησιμοποιήθηκε από Αμερικανούς πεζοναύτες για να εξερευνήσουν το κρησφύγετο του Οσάμα Μπιν Λάντεν στο Πακιστάν το 2011. 








Copyright Έλενα Παπάζη




Πηγές



 CNN

Τhe Guardian






Μία "αντικλεπτική" εφεύρεση της Αναγέννησης, που ανανέωσε και την προοπτική στη ζωγραφικη.



Quentin Massys, Ο Αργυραμοιβός και η Σύζυγός του (1514), Μουσείο του Λούβρου, Παρίσι.


 

Johannes Vermeer, Allegory of Faith (1670-72). The Metropolitan Museum. Φωτ. MET


  Ο JAN VAN EYCK, στον πίνακά του Ο Γάμος των Αρνολφίνι, δείχνει έναν κυρτό καθρέφτη που προβάλλει αυτό που βλέπουν τα πρόσωπα που είναι απέναντί μας, και που θα ήταν αδύνατο να δούμε διαφορετικά. Αργότερα μερικοί ζωγράφοι, όπως ο Canaletto, δεν έκρυβαν ότι έκαναν χρήση της "camera obscura", ενώ άλλοι μεταχειρίζονταν μία σειρά από καθρέφτες ή κάποιους κοίλους καθρέφτες που προβάλλουν την εικόνα στον καμβά πριν ζωγραφιστεί. Τα πειράματα του David Hockney είναι συναρπαστικά, ειδικά εκείνα που έκανε στη Φλωρεντία με τους βοηθούς του για την αναπαραγωγή της περίφημης ταμπλέτας του Brunelleschi. Τη στιγμή που ο ήλιος φωτίζει το Βαπτιστήριο μπροστά από το Duomo, εγκατέστησε έναν κοίλο καθρέφτη στη σκιά μιας εξώπορτας που αναπαρήγαγε πιστά την εικόνα του Βαπτιστηρίου πάνω σε ένα λευκό χαρτόνι που είχε τοποθετηθεί μπροστά του. Όπως το είχε πράξει και ο ίδιος ο Brunelleschi, χρησιμοποιώντας έναν καθρέφτη για να απεικονίσει την εφεύρεση της προοπτικής.


Petrus Christus. Ο Χρυσοχόος στο εργαστήριό του ή Ο Άγιος Ελίγιος στο εργαστήριό του (1449). Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, Συλλογή Robert Lehman. Φωτ. Wikimedia commons


   O καθρέφτης "μάγισσα" δημιουργήθηκε τον 15ο αιώνα για να παρακολουθούνται με την άκρη του ματιού οι πελάτες ενός καταστήματος, αλλά υπήρχε και η υπόνοια ότι διέθετε μαγικές δυνάμεις. Σήμερα είναι ένα κλασικό περιζήτητο αντικείμενο εσωτερικού ντιζάιν.


Lorenzo Lotto, 'Ανδρας και γυναίκα (c. 1543), The State Hermitage Museum, St. Petersburg. 'Ενας πιο αινιγματικός πίνακας: μία δήλωση αιώνιας πίστης του άνδρα προς την χαμένη του σύζυγο με "προπτικές ανωμαλίες" που οδήγησαν τον David Hockney και τον φυσικό Charles M. Falco να διατυπώσουν την θεωρία σύμφωνα με την οποία ένας κοίλος καθρέφτης είχε χρησιμοποιηθεί για την προβολή μιας εικόνας των μοντέλων ή των αντικειμένων πάνω στον καμβά.


  Η ονομασία αυτού τού καθρέφτη με το κυρτό σχήμα άλλαξε αρκετές φορές ανάλογα με τις εποχές. Αρχικά ονομάστηκε "καθρέφτης του τραπεζίτη", για να περιγράψει την πρώτη χρήση του όπως εμφανίστηκε στη Βόρεια Ευρώπη τον 15ο αιώνα. Επέτρεπε στους εμπόρους να παρακολουθούν με την άκρη του ματιού τους πελάτες ενός καταστήματος ή φαρμακευτικού εργαστηρίου χωρίς να σηκώνονται από το γραφείο τους. Οι φλαμανδοί ζωγράφοι ήταν οι πρώτοι που πειραματίστηκαν με τις πολλαπλές οπτικές γωνίες αυτού του αντικειμένου, το οποίο και εισήγαγαν στους πίνακές τους. Ο Jan van Eyck με τον πίνακά του Ο Γάμος των Αρνολφίνι (1434), ο Petrus Christus με τον Χρυσοχόο στο εργαστήριό του (1449) ή ο Quentin Massys με τον Αργυραμοιβό και τη Σύζυγό του (1514) εμφανίζουν μέσα στους κυρτούς καθρέφτες δεύτερα πλάνα πλούσια σε νέους χαρακτήρες , δίνοντας έτσι βάθος στις ζωγραφισμένες σκηνές.


Lukas Furtenagel, Ο ζωγράφος Hans Burgkmair και η γυναίκα του (1529) Kunsthistorisches Museum, Βιέννη.


  Πολύ γρήγορα όμως, αποδίδονται επίσης σε αυτό το καμπυλωτό καθρέφτη μαγικές δυνάμεις, και τότε ονομάζεται "μάτι μάγισσας", χρησιμεύοντας ως προληπτική προστασία των κατοικιών. Οι υπηρέτες των αστικών σπιτιών τούς φοβούνται επειδή πιστεύουν ότι θα βρίσκονται συνεχώς υπό παρακολούθηση. Το αντικείμενο γίνεται έτσι μία πρώιμη εκδοχή των καμερών παρακολούθησης. Φωτίζοντας τις σκοτεινές γωνίες, η ικανότητά του να διαχέει το φως βρίσκει ολοένα και περισσότερους θιασώτες στην εσωτερική διακόσμηση όπου κατέχει μια σταθερή θέση.

  Με την προσθήκη ενός επιχρυσωμένου μεταλλικού πλαισίου, υιοθετείται στην Γαλλία κατά τη δεκαετία του '40 μία νέα ακόμη ονομασία, με τον κυρτό καθρέφτη να ονομάζεται και "καθρέφτης ήλιος". Ο Gilbert Poillerat (1902-1988), γάλλος διακοσμητής και καλλιτέχνης σιδηρουργός που εκπαιδεύτηκε στη σχολή Boulle, του πρόσεφερε μία από τις πιο όμορφες εκδοχές του με το Chaty Vallauris. Κατασκευασμένος στις Alpes-Maritimes, αυτός ο καθρέφτης έγινε πολύ της μόδας στη δεκαετία του '50 και εξακολουθεί και σήμερα να πωλείται πολύ ακριβά σε ορισμένες δημοπρασίες για πρωτότυπα κομμάτια.






Copyright Έλενα Παπάζη


Πηγές

Le Monde


Νέα έρευνα αποκαλύπτει πιο ανθρώπινη διάσταση του πίνακα «Το Κορίτσι με το Μαργαριταρένιο Σκουλαρίκι»

 


   Νέα επιστημονική έρευνα για τη σύσταση του πίνακα «Το κορίτσι με το Μαργαριταρένιο Σκουλαρίκι» του διάσημου Ολλανδού ζωγράφου Γιοχάνες Βερμέερ, ένα από τα πιο διάσημα έργα τέχνης τον κόσμο, αποκάλυψε πως υπάρχουν ορισμένα ζωγραφικά στοιχεία που τον καθιστούν ακόμη πιο «ανθρώπινο», μολονότι η ταυτότητά του μοντέλου του εξακολουθεί να παραμένει ένα μυστήριο, ανακοίνωσε το μουσείο Mauritshuis που τον στεγάζει.

  Η επιστημονική εξέταση, η πρώτη στην οποία έχει υποβληθεί το αριστούργημα του Ολλανδού δασκάλου του χρωστήρα από το 1994, απεκάλυψε την παρουσία μικροσκοπικών βλεφαρίδων γύρω από τα μάτια του κοριτσιού, που είναι αόρατες δια γυμνού οφθαλμού, εξηγεί το μουσείο της Χάγης.

  Η έρευνα έχει επίσης αποδείξει την ύπαρξη μιας πράσινης κουρτίνας στο φαινομενικά άδειο φόντο του πίνακα, που χρονολογείται από το 1665. Είναι ένα είδος «διπλωμένου υφάσματος», το οποίο ξέβαψε κατά τη διάρκεια των αιώνων.

 Όλα αυτά τα αποτελέσματα «προσφέρουν μιαν αντίληψη για έναν πίνακα πολύ πιο ανθρώπινο απ' όσο πιστεύαμε προηγουμένως», αναφέρεται στην ανακοίνωση του μουσείου.

  Τους ερευνητές από καιρό σαγήνευε η εικόνα αυτής της νεαρής γυναίκας με την αινιγματική εμφάνιση, με το κεφάλι τυλιγμένο στο γαλαζοκίτρινο μαντήλι και ένα τεράστιο μαργαριτάρι να κρέμεται από το αυτί της.

 Η έρευνα που πραγματοποίησε μια διεθνής ομάδα επιστημόνων από τον Φεβρουάριο του 2018, έφερε στο φως νέες λεπτομέρειες σχετικά με τη χρήση των αποχρώσεων και τον τρόπο με τον οποίο ο Βερμέερ εκτελούσε το έργο του, χρησιμοποιώντας διαφορετικές χρωματικές επιστρώσεις.

  Ο ζωγράφος για παράδειγμα τροποποίησε τη αρχική δομή στη σύνθεση του πίνακα, μετακινώντας τη θέση του αυτιού, την κορυφή του μαντηλιού και τον αυχένα του μοντέλου, ενώ χρησιμοποίησε χρωστικές πρώτες ύλες από όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου, συμπεριλαμβανομένου κι ενός φυσικού μπλε της ουλτραμαρίνης (λουλακί) από το Αφγανιστάν που εκείνην την εποχή θεωρείτο «πιο πολύτιμο κι από τον χρυσό».

 Όσο για το μαργαριτάρι, είναι μια «ψευδαίσθηση», αποτελούμενη από έναν συνδυασμό από«ημιδιαφανείς και αδιαφανείς πινελιές λευκού χρώματος», εξηγεί στην ανακοίνωση το Mauritshuis.

  Ωστόσο, εκείνο που δεν πέτυχαν οι αναλύσεις είναι να ταυτοποιήσουν το κορίτσι που απεικονίζεται, ούτε έδειξαν αν υπήρχε πραγματικά ή αν είναι προϊόν της δημιουργικής φαντασίας του Βερμέερ.

  «Η νεαρή κοπέλα δυστυχώς δεν έχει αποκαλύψει ακόμα το μυστικό της ταυτότητάς της, όμως εμείς μάθαμε να τη γνωρίζουμε λίγο καλύτερα», δήλωσε η διευθύντρια του μουσείου Μαρτίν Γκόσελινκ.

  Αυτό όμως δεν θα αποτελέσει «την τελευταία λέξη της έρευνάς μας» για τον πίνακα, ο οποίος μεταξύ άλλων έχει εμπνεύσει και ένα μυθιστόρημα, το οποίο μεταφέρθηκε κινηματογραφικά σε ταινία με πρωταγωνίστρια την Αμερικανίδα ηθοποιό Σκάρλετ Γιόχανσον, επεσήμανε η Γκόσελινκ.







Πηγές


Ζougla.gr



Μουσείο Tel Aviv ,εστιάζοντας μέσα σε ένα προτραίτο του Klimt.

 



👇












Η Κραυγή: Μυστηριώδες σημείωμα εντόπισαν ερευνητές στον πίνακα του Έντβαρτ Μουνκ

 

Credits: Annar Bjorgli / Εθνικό Μουσείο της Νορβηγίας

  Το 1904, ένας Δανός κριτικός εξέτασε προσεκτικά τον πίνακα του Έντβαρτ Μουνκ, «Η Κραυγή» και παρατήρησε κάτι εντυπωσιακό. Μία χειρόγραφη σημείωση στην πάνω αριστερή γωνία του καμβά που έγραφε: «Μόνο ένας τρελός θα μπορούσε να το έχει ζωγραφίσει».

  Έκτοτε, η προέλευση της σημείωσης μπέρδεψε τους επιμελητές, μερικοί από τους οποίους υπέθεταν ότι επρόκειτο για βανδαλισμό, ωστόσο μια νέα ανάλυση του πίνακα από ερευνητές του Εθνικού Μουσείου της Νορβηγίας κατέληξε τελικά στο συμπέρασμα πως η σημείωση ταιριάζει με τον γραφικό χαρακτήρα του διάσημου ζωγράφου.

  Λίγο πριν το νέο ανακαινισμένο μουσείο ανοίξει τις πόρτες του στο Όσλο το 2022, μια νέα μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με το Μουσείο Μουνκ έδωσε μία νέα διάσταση σε ένα εκ των τεσσάρων αντιγράφων της «Κραυγής» που φιλοτέχνησε ο ζωγράφος το 1893.

  Χρησιμοποιώντας την τεχνολογία υπερύθρων για την ανάλυση του χειρόγραφου και συγκρίνοντάς την με τα ημερολόγια και τις επιστολές του ίδιου του Μουνκ, οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο ίδιος ο καλλιτέχνης ήταν ο συγγραφέας αυτής της μικρής επιγραφής. Πιθανότατα πρόσθεσε τη φράση το 1895, μετά μια συνάντηση στην οποία είχε ακούσει έναν φοιτητή ιατρικής να περιγράφει τη «Κραυγή» ως δουλειά κάπου ψυχικά διαταραγμένου προσώπου.

 Ο Μουνκ αναφερόταν στο περιστατικό του 1895 επανειλημμένα σε επιστολές του ενώ, όπως σημειώνει η Μάι Μπριτ Γκουλένγκ, ειδική ερευνήτρια της δουλειάς του Μουνκ και επιμελήτρια στο μουσείο, είχε «εμμονή» με το θέμα της ασθένειας καθώς είχε δει τον πατέρα του και την αδελφή του να υποφέρουν από κατάθλιψη, ενώ η τελευταία είχε διαγνωστεί επίσης με σχιζοφρένεια.

  «Το σχόλιο είναι ταυτόχρονα ειρωνικό αλλά και δείγμα της ευαισθησίας του», αναφέρει η ερευνήτρια και συνεχίζει αναφέροντας πως «στην πραγματικότητα είχε πάρει το σχόλιο του φοιτητή πολύ σοβαρά και είχε πληγωθεί επειδή υπήρχε ιστορικό ψυχικής ασθένειας στην οικογένειά του».


  Η Γκουλένγκ θεωρεί πως το παρελθόν του ζωγράφου τον οδήγησε στο να γράψει την συγκεκριμένη σημείωση, μέσω της οποίας στέλνει ένα μήνυμα σε όσους ασκούν κριτική στο έργο του, μιλώντας παράλληλα και για όσα τον στοιχειώνουν.

  Ο ζωγράφος δημιούργησε αρκετές εκδοχές της «Κραυγής» με διάφορα μέσα. Το Μουσείο Μουνκ έχει στην κατοχή του μια από τις δύο ζωγραφικές εκδοχές, αυτήν του 1910 και ένα παστέλ. Η Εθνική Πινακοθήκη της Νορβηγίας έχει την άλλη ζωγραφική εκδοχή απ’ το 1893, ενώ μια τέταρτη εκδοχή, σε παστέλ, ανήκει στον Νορβηγό δισεκατομμυριούχο Πέττερ Όλσεν. Μια λιθογραφία της εικόνας δημιουργήθηκε από τον ίδιο το 1895.




Copyright Έλενα Παπάζη



Πηγές 

Μοnopoli.gr