Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΙκηφόρος Λύτρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΙκηφόρος Λύτρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2026

Έρχετε η σημαντικότερη και εκτενέστερη έκθεση έργου του σπουδαίου Έλληνα ζωγράφου Νικηφόρου Λύτρα

Νικηφόρος Λύτρας, Επιστροφή από το παζάρι . Λάδι σε μουσαμά, 100x66 cm. Ίδρυμα Κουτλίδη


 Ένας από τους βασικότερους εκπροσώπους της Σχολής του Μονάχου. Ζωγράφος που, αν και γοητεύτηκε από τον ιμπρεσιονισμό, παρέμεινε πιστός στην ακαδημαϊκή παράδοση.

 Ο Νικηφόρος Λύτρας ήταν γιος ενός λαϊκού μαρμαρογλύπτη, ο οποίος περιπλανήθηκε σ' όλες τις μεγάλες πόλεις των Βαλκανίων αναζητώντας την τύχη του και τελικά κατέληξε στην Τήνο. Ο πατέρας μετέδωσε στο γιο του τη μεγάλη αγάπη του προς την καλλιτεχνία και ο Νικηφόρος Λύτρας από μικρή ηλικία είχε εκπλήξει με το πλούσιο ταλέντο του όσους έτυχε να τον γνωρίσουν.

Νικηφόρος Λύτρας, Η πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας από τον Κανάρη (π. 1866-1870). Λάδι σε μουσαμά, 143 εκ. x 109 εκ. Πινακοθήκη Αβέρωφ, Μέτσοβο

Το 1850, σε ηλικία δεκαοκτώ ετών, πήγε στην Αθήνα μαζί με τον πατέρα του και γράφτηκε στο Σχολείο των Τεχνών (η μετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών). Στο Σχολείο των Τεχνών, σπούδασε ζωγραφική με δασκάλους τον Γερμανό διευθυντή της Σχολής, Λουδοβίκο Θείρσιο (Λούντβιχ Τιρς, Ludwig Thiersch), τους αδερφούς Μαργαρίτη και τον Ιταλό Ραφφαέλο Τσέκκολι (Raffaelo Ceccoli). Το 1860, με υποτροφία του βασιλιά Όθωνα, πήγε στο Μόναχο για να σπουδάσει στη Βασιλική Ακαδημία των Καλών Τεχνών και έτσι βρέθηκε στην καρδιά της ευρωπαϊκής καλλιτεχνικής ζωής. Εκεί δάσκαλός του ήταν ο Καρλ φον Πιλότυ (Karl von Piloty), ο βασικός εκπρόσωπος της ιστορικής ρεαλιστικής ζωγραφικής στη Γερμανία.

Τα Κάλαντα, Νικηφόρος Λύτρας, 1872

Το 1862, με την έξωση του βασιλιά Όθωνα, το ελληνικό κράτος διέκοψε την υποτροφία που του χορηγούσε, αλλά ο εύπορος βαρώνος Σιμών Σίνας, πρέσβης της Ελλάδας στη Βιέννη, ανέλαβε τα έξοδα των σπουδών του. Το καλοκαίρι του 1865, λίγο πριν αναχωρήσει για την Ελλάδα, συνάντησε τον φίλο του Νικόλαο Γύζη, που μόλις είχε φθάσει στο Μόναχο για να σπουδάσει και αυτός κοντά στον Πιλότυ. Μαζί με τον Γύζη επισκέφθηκαν εκθέσεις και μουσεία και πήγαν για λίγες ημέρες στις εξοχές του Μονάχου, σε γραφικά χωριά της Βαυαρίας.

Νικηφόρος Λύτρας, Η Προσμονή . Λάδι σε μουσαμά, 68x50 cm. Εθνική Πινακοθήκη.

Με την επιστροφή του στην Αθήνα, ο Λύτρας διορίστηκε καθηγητής στο Σχολείο Καλών Τεχνών, στην έδρα της Ζωγραφικής, την οποία κατείχε για 38 ολόκληρα χρόνια διδάσκοντας με υποδειγματική ευσυνειδησία και ζήλο. Το 1873, μαζί με τον Γύζη, έκανε ένα τρίμηνο ταξίδι στη Σμύρνη και τη Μικρά Ασία. Τον επόμενο χρόνο πήγε πάλι στο Μόναχο και επέστρεψε στην Αθήνα τον Απρίλιο του 1875. Τον Σεπτέμβριο του 1876, μαζί με τον Γύζη πάλι, αναχώρησε για το Μόναχο και το Παρίσι. Το 1879 επισκέφθηκε την Αίγυπτο και τον χειμώνα του ίδιου έτους παντρεύτηκε την Ειρήνη Κυριακίδη, κόρη εμπόρου από τη Σμύρνη. Τον επόμενο χρόνο γεννήθηκε το πρώτο από τα έξι παιδιά τους, ο Αντώνιος. Ακολουθούν τέσσερις ακόμα γιοι — ο Νικόλαος, ο Όθων, ο Περικλής και ο Λύσανδρος — και μία κόρη, η Χρυσαυγή. Ο γιος του Νικόλαος έγινε κι αυτός ζωγράφος με πλούσιο και πολύ σημαντικό έργο.

Η Αντιγόνη εμπρός στο νεκρό Πολυνείκη (1865).[1] Λάδι σε καμβά, 100 εκ. x 157 εκ.Νικηφόρος Λύτρας Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας - Μουσείο Αλεξάνδρου 

Ο Λύτρας εργάστηκε ευσυνείδητα και ως ζωγράφος και ως καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών και γνώρισε νωρίς την αναγνώριση και τη δόξα. Κοντά του μαθήτευσαν πολλοί ζωγράφοι, που αργότερα ακολούθησαν διαφορετικούς δρόμους και διακρίθηκαν, μεταξύ των οποίων ο Γεώργιος Ιακωβίδης, ο Πολυχρόνης Λεμπέσης, ο Περικλής Πανταζής, ο Γεώργιος Ροϊλός και ο Νικόλαος Βώκος.


Πέθανε σε ηλικία 72 ετών το καλοκαίρι του 1904, μετά από σύντομη ασθένεια που εικάζεται ότι οφειλόταν σε δηλητηρίαση από τις χημικές ουσίες των χρωμάτων. Λίγους μήνες αργότερα, την έδρα του στο Σχολείο Καλών Τεχνών (Πολυτεχνείο), ανέλαβε ο παλαιός μαθητής του Γεώργιος Ιακωβίδης.

Λύτρας Νικηφόρος-Το ψαριανό μοιρολόι, πριν το 1888

Καλλιτέχνης που περπάτησε σε όλες σχεδόν τις θεματογραφικές περιοχές: πορτρέτα, νεκρές φύσεις, ιστορικές σκηνές και μυθολογικά θέματα. Ανανεωτής της προσωπογραφίας. Και πάνω απ’ όλα ο ζωγράφος που με τις ηθογραφικές του παραστάσεις κληροδότησε στην ελληνική ζωγραφική σκηνές από την ελληνική επαρχία και τον αστικό χώρο, την ελληνική οικογένεια και τον κόσμο του παιδιού, το τυχαίο της στιγμής, απεικονίσεις ιστορικών σκηνών αλλά και θέματα από τη μυστηριακή Ανατολή.


Οι ηθογραφίες του Λύτρα, είδος στο οποίο θεωρείται εισηγητής, ανταποκρίνονται στην κυρίαρχη ιδεολογία της αστικής τάξης της εποχής και στο γενικό αίτημα για την απόδειξη της ιστορικής συνέχειας των Ελλήνων. Τα ταξίδια του στη Μικρά Ασία και την Αίγυπτο πλούτισαν τους πίνακές του με αραπάκια, φελάχες, χότζες και άλλα στοιχεία του της προσφιλούς στη Δύση μυστηριακής Ανατολής. Τα έργα των τελευταίων του χρόνων διαπνέονται από τη μελαγχολία των γηρατειών, από θρησκευτικές ανησυχίες και μηνύματα θανάτου. Προς το τέλος της ζωής του, ασκητικές και μαυροντυμένες υπάρξεις με κέρινα πρόσωπα πήραν τη θέση των λυγερόκορμων κοριτσιών. Ο καταξιωμένος Λύτρας ήταν από τα πιο δημοφιλή πρόσωπα στους αθηναϊκούς καλλιτεχνικούς κύκλους της εποχής του. Συμμετείχε και τιμήθηκε σε πάμπολλες εκθέσεις: στις πανελλήνιες εκθέσεις στο Ζάππειο, τις παγκόσμιες εκθέσεις του Παρισιού (1855, 1867, 1878, 1889 και 1900), την παγκόσμια έκθεση της Βιέννης (1873), και τις εκθέσεις που οργάνωνε τακτικά ο Καλλιτεχνικός Σύλλογος Παρνασσός.


Η πολύχρονη θητεία του ως καθηγητή στη Σχολή Καλών Τεχνών έθεσε τα θεμέλια για την ανάπτυξη της σύγχρονης ελληνικής ζωγραφικής. Αν και προσκολλημένος πάντα στις αρχές του ακαδημαϊσμού της Σχολής του Μονάχου και ανεπηρέαστος από το ρεύμα των ιμπρεσιονιστών, εντούτοις προέτρεπε πάντα τους μαθητές του να είναι ανοιχτοί στις νέες τάσεις. Ως καλλιτέχνης και ως δάσκαλος, ο Λύτρας σημάδεψε την πορεία της νεοελληνικής ζωγραφικής. «Η αγάπη προς το ωραίον είναι η γέφυρα μεταξύ Θεού και ανθρώπου», έλεγε.


Η αναδρομικού χαρακτήρα έκθεση είναι η πρώτη ολοκληρωμένη παρουσίαση του έργου του σπουδαίου Έλληνα καλλιτέχνη. Εκτός από τα εμβληματικά έργα που ανήκουν στην Εθνική Πινακοθήκη, το κοινό θα έχει την ευκαιρία να δει σημαντικές δημιουργίες του που συγκεντρώθηκαν από μουσεία, οργανισμούς και ιδιωτικές συλλογές της Ελλάδας και του εξωτερικού.


Συνολικά θα εκτεθούν, περισσότερα από 100 έργα ζωγραφικής, ορισμένα από τα οποία εμφανίζονται για πρώτη φορά ή έπειτα από πολλές δεκαετίες. Επιπλέον, περίπου 300 σχέδια, που είτε σχετίζονται με ολοκληρωμένες συνθέσεις είτε όχι και στη συντριπτική τους πλειονότητα ήταν αδημοσίευτα έως σήμερα, καθώς και ορισμένα τεκμήρια που ολοκληρώνουν το αφιέρωμα. Την έκθεση επιμελείται η Μαρία Κατσανάκη και αναμένεται να ξεκινήσει στα μέσα Δεκεμβρίου του 2026.




Πηγές

Σκόκος Κ. «Νικηφόρος Λύτρας», Εθνικόν Ημερολόγιον του έτους 1904, τόμ. 19ος (1904)

Μπίρης Η. Ο Νικηφόρος Λύτρας στο Πολυτεχνείο (1954)

Σώχος Ξ. Λεύκωμα Ελλήνων Καλλιτεχνών, «Νικηφόρος Λύτρας» (1930)

Οι Έλληνες Ζωγράφοι, εκδ. οίκος Μέλισσα, τόμ. Α΄ (1974)

Lifo.gr



Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2023

Τα κάλαντα και η ιστορία τους στην Ελληνική Ζωγραφική

 

Κάλαντα, πίνακας του Νικηφόρου Λύτρα (1872, ιδιωτική συλλογή). Ένα έργο ηθογραφικό με πολλούς συμβολισμούς.

 Τα Κάλαντα αποτελούν δημοτικά ευχητικά και εγκωμιαστικά τραγούδια που ψάλλονται εθιμικά κατ΄ έτος κυρίως την παραμονή μεγάλων θρησκευτικών εορτών όπως των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς, των Θεοφανείων, ακόμη και των Βαΐων ή του Λαζάρου, με εξαίρεση εκείνων της Μεγάλης Παρασκευής που είναι κατανυκτικά. Κύρια παραδοσιακά μουσικά όργανα που συνοδεύουν τα κάλαντα είναι το τρίγωνο, το λαούτο, το νταούλι η τσαμπούνα, η φλογέρα κ.ά.

Πολλοί ζωγράφοι ασχολήθηκαν με το θέμα δίνοντας αξιόλογα έργα. Στην Ελλάδα κορυφαίο, βέβαια, θεωρείται το αριστούργημα του Νικηφόρου Λύτρα (1832 – 1904) «Τα Κάλαντα». Όμως και άλλοι γνωστοί καλλιτέχνες έχουν ασχοληθεί με τη θεματογραφία αυτού του εθίμου. Είναι ο Γεώργιος Ιακωβίδης (1853 – 1932), ο Γεώργιος Σικελιώτης (1917 – 1984), ο Κώστας Γραμματόπουλος (1916 – 2003), η Μαρία Πωπ (1925 – 2009), ο Κώστας Θετταλός (1905 – 1992) κ.ά. 

Γεώργιος Ιακωβίδης, Παιδικό κοντσέρτο1894. Ο καλλιτέχνης ζωγράφισε το έργο όταν διέμεινε στη Βαυαρία. Υπάρχουν δύο εκδοχές. Η πρώτη εκτέθηκε στην Αθήνα στους πρώτους Ολυμπιακούς αγώνες το 1896 και η δεύτερη (της φωτογραφίας) στην έκθεση του Παρισιού το 1900 όπου και βραβέυτηκε.

 Οι Πατέρες της Εκκλησίας κατά τους Βυζαντινούς χρόνους απαγόρευαν ή απέτρεπαν το έθιμο ως καταγόμενο από τις εορτές των ρωμαϊκών Καλενδών που είχε καταδικάσει η ΣΤ' Οικουμενική Σύνοδος το 680 μ.Χ., αποκαλούντες τους συμμετέχοντες σ΄ αυτό "Μηναγύρτες".

Γιώργος Ιακωβίδης, Παιδικό κοντσέρτο, χρονολογείται ανάμεσα στα 1884 and 1890.

 Τα κάλαντα ψάλλονται κυρίως από παιδιά αλλά σε σπάνιες περιπτώσεις και από από εφήβους ή ενήλικα άτομα, είτε μεμονωμένα είτε κατά ομάδες, πηγαίνοντας σε σπίτια, καταστήματα, δημόσιους χώρους κ.λπ. με τη συνοδεία του σιδερένιου τριγώνου, αλλά ενίοτε και άλλων μουσικών οργάνων (φυσαρμόνικας, ακορντεόν, τύμπανου, φλογέρας, ή κάποιου άλλου). Οι ερμηνευτές ρωτούν συνήθως «Να τα πούμε;» και περιμένουν την απάντηση «Να τα πείτε».

Γεώργιος Σικελιώτης – «Τα κάλαντα» 1962, περιλαμβάνεται στη συλλογή από 28 έργα με τίτλο «Οι Γυρολόγοι της Αθήνας». Τα έργα κόσμησαν το ημερολόγιο της εταιρείας Τσιμέντων Α.Γ.Ε.Τ. Ηρακλής-Όλυμπος το 1962. Η συλλογή έχει παραχωρηθεί από την Α.Γ.Ε.Τ. Ηρακλής-Όλυμπος, στο Μουσείο Μπενάκη.

  Κύριος σκοπός των τραγουδιών αυτών είναι μετά τις αποδιδόμενες ευχές τα "Χρόνια Πολλά" το φιλοδώρημα είτε σε χρήματα (σήμερα) είτε σε προϊόντα (παλαιότερα). 

Τα κάλαντα ξεκινούν κυρίως με χαιρετισμό στη συνέχεια αναγγέλλουν τη μεγάλη χριστιανική εορτή που φθάνει και καταλήγουν σε ευχές. Τα κάλαντα ψάλλονται στην Καθαρεύουσα, κάτι που υποδηλώνει άμεση καταγωγή τους από τους Βυζαντινούς χρόνους τις Καλένδες του Ιανουαρίου, αν και τα τοπικά ιδιώματα/διαλέκτοι επίσης χρησιμοποιούνται.


Ο μεγάλος αριθμός των διαφόρων παραλλαγών εξανάγκασε να διακρίνονται αυτά σε εθνικά ή αστικά και στα τοπικά ή παραδοσιακά (κατά περιοχή). Στα χριστουγεννιάτικα κάλαντα έχουν καταμετρηθεί περισσότερες από τριάντα παραλλαγές μόνο στον Ελλαδικό χώρο. Σήμερα εκτός των παραπάνω έχουν εισαχθεί και διάφορα ξένα χριστουγεννιάτικα τραγούδια, μερικά από τα οποία έχουν μεταγλωττιστεί στα ελληνικά και χρησιμοποιούνται κάποιες φορές επιπρόσθετα με τα παραδοσιακά.


Επίσης και η ημέρα που ψάλλονται τα κάλαντα σε ορισμένες περιοχές ονομάζονται "Κάλαντα" (Κόλιντα, Κόλεντας, Κόλιαντας) με εξαίρεση τη νήσο Μήλο που ψέλνονταν μόνο τη παραμονή της Πρωτοχρονιάς, συντασσόμενα κάθε φορά νέα κάλαντα, με τα οποία όμως ζητούσαν οικονομική συνδρομή για κάποιο κοινωνικό σκοπό (π.χ. ανέγερση ή επιδιόρθωση ναού) δίδοντας και συμβουλές προς τους άρχοντες η παρατηρήσεις με σκωπτικό χαρακτήρα. Τέτοιες είναι και οι σχετικές "μαντινάδες" της Κρήτης ή "κοτσάκια" της Νάξου με σκωπτικό επίσης χαρακτήρα που ψάλλονται ως "κάλαντα".

Μουσικοί. Κάλαντα στο Βυζάντιο, 1070


 Γενικότερα οι νοικοκυραίοι ανάλογα με την περιοχή, έδιναν στα παιδιά φρούτα, ξηρούς καρπούς (καρύδια, φουντούκια, σταφίδες κλπ.), αυγά, βούτυρο, καβουρμά και πληγούρι. Επίσης όσοι επιθυμούσαν έδιναν και μερικές δεκάρες ή δραχμές.

Στη Μικρά Ασία ψάλλονταν από τα παιδιά το βράδυ της παραμονής των μεγάλων εορτών των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς, των Θεοφανείων. 


Στα μικρασιατικά παράλια τα παιδιά έψαλαν τα κάλαντα κρατώντας στα χέρια τους τραμπούκες και βαποράκια. Κατασκεύαζαν και στόλιζαν πολύχρωμα καράβια με φωτεινά φαναράκια και χάρτινα φουντάκια. Κάποιες φορές αντί για βαπόρια κατασκεύαζαν εκκλησίες χάρτινες και φωτιζόμενες εσωτερικά, μικρά ομοιώματα της Αγίας Σοφίας.





Πηγές:


 https://www.art22.gr/


Wikipedia